Σύμφωνα με τα στοιχεία της βάσης δεδομένων UN Comtrade του ΟΗΕ, οι ελληνικές εξαγωγές φυσικού μελιού ανήλθαν το 2025 σε 6.936 τόνους, συνολικής αξίας 31,6 εκατομμυρίων δολαρίων, έναντι 6.274 τόνων και 28,6 εκατομμυρίων δολαρίων το 2024.
Η αύξηση προσεγγίζει το 10,5% τόσο σε ποσότητα όσο και σε αξία, με σημαντικότερους εξαγωγικούς προορισμούς τη Γερμανία, την Ιταλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βουλγαρία και τον Καναδά.
Η άνοδος αυτή δημιουργεί νέες προοπτικές για την ελληνική μελισσοκομία, η οποία καλείται παράλληλα να αντιμετωπίσει το αυξημένο κόστος παραγωγής, τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και τον ανταγωνισμό από εισαγόμενα προϊόντα.
Πρωτοψάλτης: Η αξία πρέπει να επιστρέφει στους παραγωγούς
Μιλώντας στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, υπογράμμισε τη σημασία της προστασίας της αυθεντικότητας και της προέλευσης του ελληνικού μελιού.
Όπως επισήμανε, τα ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ελληνικού προϊόντος μπορούν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τη θέση του στις διεθνείς αγορές, υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλιστούν συνθήκες διαφάνειας και δίκαιου ανταγωνισμού.
Ο ίδιος έθεσε ως βασική προτεραιότητα να επιστρέφει μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας στους ανθρώπους που παράγουν το μέλι, ενώ παράλληλα οι καταναλωτές θα πρέπει να γνωρίζουν με μεγαλύτερη βεβαιότητα την πραγματική προέλευση του προϊόντος που αγοράζουν.
Τι είναι το e-honey και πώς θα λειτουργεί
Κεντρικό εργαλείο της νέας προσπάθειας αποτελεί το ψηφιακό σύστημα «Ισοζύγιο μελιού και μελισσοκομικών προϊόντων – e-honey», το οποίο θεσμοθετήθηκε με τον νόμο 5336/2026.
Το σύστημα δημιουργεί το πλαίσιο για την ηλεκτρονική παρακολούθηση της παραγωγής, των εισαγωγών, των αποθεμάτων και της διακίνησης μελιού στην ελληνική αγορά.
Προβλέπεται η διασύνδεσή του με το Εθνικό Ηλεκτρονικό Μελισσοκομικό Μητρώο, καθώς και με τα πληροφοριακά συστήματα του Δημοσίου.
Παράλληλα, θα αξιοποιούνται στοιχεία από τα ηλεκτρονικά τιμολόγια και τα ψηφιακά παραστατικά της ΑΑΔΕ, ώστε να είναι δυνατή η αντιπαραβολή των ποσοτήτων που παράγονται, εισάγονται και διατίθενται στην αγορά.
Με αυτόν τον τρόπο οι ελεγκτικοί μηχανισμοί θα μπορούν να εντοπίζουν ευκολότερα ενδεχόμενες ασυμφωνίες μεταξύ δηλωμένης παραγωγής και εμπορικής δραστηριότητας.
Στόχος είναι να περιοριστούν φαινόμενα κατά τα οποία εισαγόμενο μέλι παρουσιάζεται παραπλανητικά ως ελληνικό, προκαλώντας αθέμιτο ανταγωνισμό εις βάρος των εγχώριων παραγωγών.
Η αποτελεσματικότητα του νέου μηχανισμού θα εξαρτηθεί από την πλήρη εφαρμογή του και την αξιοποίηση των διαθέσιμων δεδομένων.
Νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες για την προέλευση του μελιού
Η ενίσχυση των ελέγχων συνδυάζεται με το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο επισήμανσης, το οποίο εφαρμόζεται από τις 14 Ιουνίου 2026.
Οι κανόνες προβλέπουν ότι στα μείγματα μελιού πρέπει να αναγράφονται οι χώρες προέλευσης και τα αντίστοιχα ποσοστά τους, προσφέροντας πληρέστερη ενημέρωση στους καταναλωτές.
Η αλλαγή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική παραγωγή, καθώς η χώρα διαθέτει ποικιλίες μελιού με αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, όπως το θυμαρίσιο, το πευκόμελο και το ελατίσιο.
Η σαφέστερη επισήμανση μπορεί να συμβάλει στην προστασία της ταυτότητας των ελληνικών προϊόντων, αλλά και στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των αγοραστών.
Περισσότεροι από 20.000 μελισσοκόμοι στην Ελλάδα
Η ελληνική μελισσοκομία αποτελεί έναν σημαντικό κλάδο της πρωτογενούς παραγωγής.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιοποιήθηκαν τον Ιανουάριο του 2026, στη χώρα δραστηριοποιούνται περίπου 20.000 μελισσοκόμοι, με 2,2 εκατομμύρια κυψέλες.
Η ετήσια παραγωγή μελιού ανέρχεται σε περίπου 15.000 τόνους, ενώ η δραστηριότητα των μελισσών συμβάλλει καθοριστικά στην επικονίαση των καλλιεργειών και στη διατήρηση της βιοποικιλότητας.
Ωστόσο, οι παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με σημαντικές προκλήσεις, όπως οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, οι υψηλές θερμοκρασίες, οι πυρκαγιές και η αύξηση του κόστους μετακινήσεων και συντήρησης των κυψελών.
Για τον λόγο αυτό, η ενίσχυση της εμπορικής αξίας του ελληνικού μελιού θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για τη βιωσιμότητα των μελισσοκομικών εκμεταλλεύσεων.
Επίσκεψη Πρωτοψάλτη στην εταιρεία Αττική – Συνεργασία με 2.000 μελισσοκόμους
Οι προοπτικές του κλάδου και η ανάγκη προστασίας της προέλευσης βρέθηκαν στο επίκεντρο επίσκεψης του Σπύρου Πρωτοψάλτη στις εγκαταστάσεις της Αττικής Μελισσοκομικής Εταιρείας – Αλέξανδρος Πίττας, στο Κρυονέρι Αττικής.
Πρόκειται για οικογενειακή επιχείρηση με ιστορία από το 1928, η οποία συνεργάζεται με περίπου 2.000 Έλληνες μελισσοκόμους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν κατά την επίσκεψη, η εταιρεία προμηθεύεται, ελέγχει, τυποποιεί και συσκευάζει περισσότερους από 2.000 τόνους μελιού ετησίως.
Ο γενικός γραμματέας ενημερώθηκε για τις διαδικασίες ποιοτικού ελέγχου και συζήτησε με τη διοίκηση της επιχείρησης σχετικά με τις εξαγωγικές προοπτικές, τις συνθήκες ανταγωνισμού και τη σημασία της πιστοποίησης.
Η επίσκεψη ανέδειξε τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι συνεργασίες μεταξύ παραγωγών και επιχειρήσεων τυποποίησης στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού μελιού.
Το στοίχημα της επόμενης ημέρας
Η άνοδος των εξαγωγών αποτελεί θετική ένδειξη για την πορεία του κλάδου, ωστόσο η αύξηση των πωλήσεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη βελτίωση του εισοδήματος των παραγωγών.
Η προστασία της προέλευσης, η αντιμετώπιση των ελληνοποιήσεων και η ενίσχυση της τυποποίησης μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας στην ελληνική αγορά.
Το νέο σύστημα e-honey, σε συνδυασμό με τους ευρωπαϊκούς κανόνες επισήμανσης, φιλοδοξεί να διαμορφώσει συνθήκες μεγαλύτερης διαφάνειας και αποτελεσματικότερων ελέγχων.
Για την ελληνική μελισσοκομία, η πρόκληση των επόμενων ετών είναι διπλή: να αυξηθεί περαιτέρω η παρουσία του ελληνικού μελιού στις διεθνείς αγορές και ταυτόχρονα να διασφαλιστεί ότι η οικονομική αξία αυτής της ανάπτυξης θα φτάνει στους ίδιους τους παραγωγούς.