Η ιστορία της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών και ο ρόλος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) αποτελούν ένα κεφάλαιο που ξεπερνά την απλή καταγραφή των 46,7 δισ. ευρώ δημόσιου χρήματος που διοχετεύθηκαν στο σύστημα από το 2010.

Σχεδόν δύο χρόνια μετά την ολοκλήρωση της αποστολής του ΤΧΣ, μια νέα μελέτη από το ΙΟΒΕ και το Financial Markets Group του LSE επιχειρεί να αποτιμήσει τον ευρύτερο αντίκτυπο αυτής της παρέμβασης.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι, παρόλο που το κράτος ανέκτησε άμεσα το 22,8% των κεφαλαίων, η τελική επιβάρυνση για τον φορολογούμενο περιορίστηκε στα 2 δισ. ευρώ, αν συνυπολογιστούν τα οφέλη από τη διαγραφή χρέους (PSI), τα έσοδα από προμήθειες και τα μερίσματα.

Η παρέμβαση αυτή λειτούργησε ως ανάχωμα σε μια καταστροφική οικονομική κατάρρευση. Σύμφωνα με το ηπιότερο σενάριο της μελέτης, αν η διάσωση είχε καθυστερήσει, το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας θα ήταν κατά μέσον όρο 7% χαμηλότερο την πρώτη δεκαετία μετά το PSI, με τη σωρευτική απώλεια παραγωγής να αγγίζει τα 133,7 δισ. ευρώ.

Ο κίνδυνος δημιουργίας τραπεζών-«ζόμπι» ήταν ορατός, καθώς η αδυναμία χρηματοδότησης θα οδηγούσε σε εκτίναξη των επιτοκίων, πάγωμα των επενδύσεων και δραματική μείωση της απασχόλησης.

Από τα 46,7 δισ. ευρώ που διέθεσε συνολικά το ΤΧΣ, τα 14,4 δισ. ευρώ κατευθύνθηκαν στην κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού 12 τραπεζών που οδηγήθηκαν σε εκκαθάριση την περίοδο 2011-2013, κίνηση που διασφάλισε στο ακέραιο καταθέσεις ύψους 42,4 δισ. ευρώ.

Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν σε τρεις διαδοχικούς γύρους, αντλώντας συνολικά 48 δισ. ευρώ από το ΤΧΣ και ιδιώτες επενδυτές, προκειμένου να απορροφήσουν τους κραδασμούς από το κούρεμα των ομολόγων και την επιδείνωση του δανειακού τους χαρτοφυλακίου.

Πέρα από το οικονομικό σκέλος, η μελέτη αναδεικνύει μια σημαντική θεσμική παρακαταθήκη: τη ριζική αλλαγή στη διακυβέρνηση των τραπεζών.

Η παρέμβαση του ΤΧΣ οδήγησε στην ανανέωση των διοικήσεων, την ενίσχυση της ανεξαρτησίας των διοικητικών συμβουλίων και την είσοδο διεθνούς τεχνογνωσίας, συγκρουόμενη συχνά με παγιωμένα επιχειρηματικά συμφέροντα. Αυτή η βελτίωση της διακυβέρνησης εκτιμάται ότι αύξησε την αξία του ενεργητικού των συστημικών τραπεζών κατά 15-20 δισ. ευρώ.

Ο τελικός λογαριασμός για τα δημόσια οικονομικά παραμένει σύνθετος. Ενώ η καθαρή ταμειακή επιβάρυνση από το ΤΧΣ ανέρχεται σε 36,3 δισ. ευρώ (19,5% του ΑΕΠ), το ποσό αυτό αντισταθμίζεται από τα έσοδα του προγράμματος «Ηρακλής», τις προμήθειες εγγυήσεων, τα μερίσματα της Τράπεζας της Ελλάδος από τον ELA και, κυρίως, από το τεράστιο όφελος του PSI. Στον αντίποδα, η μελέτη συνυπολογίζει το κόστος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTC), το οποίο θα μπορούσε να φτάσει τα 10 δισ. ευρώ έως το 2041.

Η διεθνής εμπειρία

Η σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης που εφάρμοσαν προγράμματα στήριξης αναδεικνύει τη διαφορετική κλίμακα της επιβάρυνσης ως ποσοστό του ΑΕΠ:

  • Ιρλανδία: Καθαρό κόστος 26,8% του ΑΕΠ (με ανακτήσεις 64%).
  • Ισπανία: Καθαρό κόστος 4,8% του ΑΕΠ (με ανακτήσεις 30%).
  • Πορτογαλία: Καθαρό κόστος 7,6% του ΑΕΠ.
  • Κύπρος: Καθαρό κόστος 18% του ΑΕΠ (με εφαρμογή bail-in 9 δισ. ευρώ).
  • Ελλάδα: Καθαρή επιβάρυνση 19,5% του ΑΕΠ (μόνο από το ΤΧΣ), η οποία όμως περιορίζεται κοντά στο 1% του ΑΕΠ (περίπου 2 δισ. ευρώ) αν συνυπολογιστεί το συνολικό όφελος για το Δημόσιο.

Διαβάστε ακόμη: