Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να εξακολουθεί να κυριαρχεί στις συζητήσεις της Wall Street, ωστόσο ένα διαφορετικό επενδυτικό αφήγημα αρχίζει να αποκτά δυναμική στις ευρωπαϊκές αγορές. Καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για τις υψηλές αποτιμήσεις των τεχνολογικών εταιρειών, ολοένα περισσότεροι επενδυτές αναζητούν καταφύγιο σε επιχειρήσεις με σταθερά έσοδα, ισχυρούς ισολογισμούς και μικρότερη εξάρτηση από τις διακυμάνσεις της οικονομίας.
Και κάπως έτσι, η Ελβετία βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο του επενδυτικού ενδιαφέροντος.
Ο χρηματιστηριακός δείκτης Swiss Market Index (SMI), που περιλαμβάνει τις 20 μεγαλύτερες και πιο εμπορεύσιμες εισηγμένες εταιρείες της χώρας, καταγράφει άνοδο 4,6% μέσα στον Οκτώβριο, την ώρα που ο Euro Stoxx 50 υποχωρεί κατά 3,2%.
Η διαφορά των 7,8 ποσοστιαίων μονάδων αποτελεί τη μεγαλύτερη σχετική υπεραπόδοση του ελβετικού δείκτη από τον Μάρτιο του 2020, όταν η πανδημία είχε προκαλέσει μαζική μετακίνηση επενδυτικών κεφαλαίων προς ασφαλέστερες τοποθετήσεις.
Αυτή τη φορά, όμως, ο καταλύτης δεν είναι μια υγειονομική κρίση. Είναι η αυξανόμενη επιφυλακτικότητα απέναντι στις μετοχές που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, σε συνδυασμό με το υψηλότερο κόστος δανεισμού και την πολιτική αβεβαιότητα σε μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Τρεις εταιρείες σηκώνουν ολόκληρο το ελβετικό χρηματιστήριο
Πίσω από την εντυπωσιακή επίδοση του SMI βρίσκονται κυρίως τρεις επιχειρηματικοί κολοσσοί: οι φαρμακευτικές Roche και Novartis και ο όμιλος τροφίμων Nestlé.
Οι τρεις εταιρείες αντιπροσωπεύουν σχεδόν το μισό της συνολικής χρηματιστηριακής αξίας του δείκτη, γεγονός που τους επιτρέπει να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία του.
Οι επιδόσεις τους μέσα στον Οκτώβριο είναι χαρακτηριστικές:
| Εταιρεία | Μεταβολή Οκτωβρίου |
|---|---|
| Roche | +12% |
| Nestlé | +10% |
| Novartis | +6,7% |
| Swiss Market Index | +4,6% |
| Euro Stoxx 50 | -3,2% |
Η άνοδος των τριών εταιρειών εξηγεί το σύνολο των καθαρών κερδών που καταγράφει ο ελβετικός δείκτης μέσα στον μήνα.
Πρόκειται για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε κλάδους με σχετικά σταθερή ζήτηση. Τα φάρμακα και τα βασικά καταναλωτικά αγαθά εξακολουθούν να έχουν αγοραστές ακόμη και όταν η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται.
Αυτή η ιδιαιτερότητα τις καθιστά ελκυστικές σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας.
Γιατί οι επενδυτές απομακρύνονται από την τεχνητή νοημοσύνη
Η μετατόπιση προς τις ελβετικές μετοχές δεν σημαίνει ότι οι επενδυτές έχουν εγκαταλείψει τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της τεχνητής νοημοσύνης.
Αντίθετα, αντανακλά τον προβληματισμό για το κατά πόσο οι υψηλές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις ορισμένων τεχνολογικών επιχειρήσεων δικαιολογούνται από τα οικονομικά αποτελέσματα που μπορούν να επιτύχουν.
Τα τελευταία χρόνια, οι εταιρείες που συνδέονται με την ανάπτυξη υποδομών AI, ημιαγωγών και μεγάλων γλωσσικών μοντέλων έχουν προσελκύσει τεράστιες επενδυτικές ροές.
Ωστόσο, όσο περισσότερο συγκεντρώνονται κεφάλαια σε περιορισμένο αριθμό μετοχών, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος έντονων διακυμάνσεων εάν οι προσδοκίες για τα μελλοντικά κέρδη δεν επιβεβαιωθούν.
Το υψηλότερο κόστος δανεισμού αποτελεί πρόσθετο παράγοντα πίεσης, ιδιαίτερα για εταιρείες των οποίων οι αποτιμήσεις στηρίζονται σε κέρδη που αναμένονται αρκετά χρόνια αργότερα.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι διαχειριστές κεφαλαίων στρέφονται σε επιχειρήσεις με ήδη αποδεδειγμένη κερδοφορία και πιο προβλέψιμες ταμειακές ροές.
Η μεγάλη επιστροφή του κλάδου υγείας
Ο επικεφαλής επενδύσεων σε ελβετικές μετοχές της EFG Asset Management, Damian Burkhardt, εξηγεί στο Bloomberg ότι οι επενδυτές αναζητούν πλέον εναλλακτικές απέναντι στις ιδιαίτερα δημοφιλείς τοποθετήσεις που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Η μεταστροφή είναι ιδιαίτερα εμφανής στον κλάδο της υγείας.
Το προηγούμενο διάστημα, αρκετοί διαχειριστές είχαν περιορίσει την έκθεσή τους στις φαρμακευτικές εταιρείες, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τοποθετήσεις στον τεχνολογικό τομέα.
Τώρα, η τάση αυτή φαίνεται να αντιστρέφεται.
Η Roche και η Novartis προσφέρουν έναν διαφορετικό συνδυασμό χαρακτηριστικών: διεθνή δραστηριότητα, ισχυρή παρουσία σε αγορές φαρμάκων και σημαντικές επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη.
Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος των ίδιων των φαρμακευτικών εταιρειών, επιταχύνοντας διαδικασίες ανακάλυψης φαρμάκων, κλινικών μελετών και ανάλυσης δεδομένων.
Έτσι, οι επιχειρήσεις αυτές δεν αποτελούν απλώς μια εναλλακτική απέναντι στον τεχνολογικό κλάδο, αλλά μπορούν να αξιοποιήσουν την τεχνολογία χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από την επενδυτική ευφορία γύρω από αυτήν.
Η Nestlé και η ανθεκτικότητα των καταναλωτικών προϊόντων
Η άνοδος κατά 10% της Nestlé αποτυπώνει την αυξημένη ζήτηση για μετοχές εταιρειών που δραστηριοποιούνται σε βασικά καταναλωτικά προϊόντα.
Ο ελβετικός όμιλος διαθέτει ισχυρή παρουσία στις διεθνείς αγορές τροφίμων, ροφημάτων και διατροφικών προϊόντων.
Σε αντίθεση με επιχειρήσεις που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από νέες επενδύσεις ή από την ταχύτητα της τεχνολογικής ανάπτυξης, η Nestlé στηρίζεται σε μια ευρεία καταναλωτική βάση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι παραμένει ανεπηρέαστη από τον πληθωρισμό, τις συναλλαγματικές μεταβολές ή τις αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες.
Ωστόσο, η φύση της δραστηριότητάς της προσφέρει χαρακτηριστικά που αρκετοί επενδυτές θεωρούν ελκυστικά σε περιόδους αβεβαιότητας.
Η Ελβετία επιστρέφει στις προτιμήσεις των διαχειριστών
Η αλλαγή του επενδυτικού κλίματος αποτυπώνεται και στην τελευταία έρευνα διαχειριστών κεφαλαίων της Bank of America.
Σύμφωνα με τα ευρήματά της, το καθαρό ποσοστό των ερωτηθέντων που επιλέγουν την Ελβετία ως την προτιμώμενη ευρωπαϊκή χρηματιστηριακή αγορά διαμορφώνεται στο 16%.
Πρόκειται για αξιοσημείωτη βελτίωση της επενδυτικής διάθεσης απέναντι σε μια αγορά που είχε μείνει πίσω από τις ευρωπαϊκές ανταγωνίστριές της.
Η θετική εικόνα δεν περιορίζεται στις τρεις μεγαλύτερες εισηγμένες εταιρείες.
Η Givaudan, που δραστηριοποιείται στα αρώματα και στις πρώτες ύλες αρωματοποιίας, καθώς και η Galderma, που ειδικεύεται στη δερματολογία, συγκαταλέγονται στις εταιρείες με τις ισχυρότερες επιδόσεις.
Από τις 20 μετοχές του SMI, μόλις τέσσερις καταγράφουν απώλειες μέσα στον Οκτώβριο, και αυτές ανήκουν σε κλάδους που επηρεάζονται περισσότερο από τον οικονομικό κύκλο.
Από υστέρηση ετών σε χρηματιστηριακή ανάκαμψη
Η σημερινή άνοδος αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν εξεταστεί σε βάθος χρόνου.
Κατά τη διάρκεια της τρέχουσας δεκαετίας, ο Swiss Market Index έχει προσφέρει συνολική απόδοση περίπου 69% σε ελβετικά φράγκα, συμπεριλαμβανομένων των μερισμάτων.
Την ίδια περίοδο, ο Euro Stoxx 50 έχει περίπου διπλασιαστεί.
Η υστέρηση της Ελβετίας συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τη σύνθεση του χρηματιστηρίου της.
Ο SMI διαθέτει περιορισμένη έκθεση στους τεχνολογικούς και ενεργειακούς κλάδους, οι οποίοι έχουν πρωταγωνιστήσει σε διάφορες φάσεις της ανόδου των διεθνών αγορών.
Αυτό που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε μειονέκτημα μετατρέπεται τώρα σε πλεονέκτημα.
Όσο αυξάνεται η επιφυλακτικότητα απέναντι στις τεχνολογικές αποτιμήσεις, τόσο μεγαλύτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν οι εταιρείες των παραδοσιακών αμυντικών κλάδων.
Ο ρόλος του ελβετικού φράγκου
Ένας ακόμη παράγοντας που στηρίζει τις ελβετικές μετοχές είναι η συναλλαγματική ισοτιμία.
Το ελβετικό φράγκο έχει αποδυναμωθεί έναντι του δολαρίου, υποχωρώντας σε επίπεδα που είχαν καταγραφεί για τελευταία φορά το πρώτο εξάμηνο του 2025.
Παράλληλα, έχει χάσει έδαφος έναντι του ευρώ κατά το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων επτά μηνών, αν και τον Οκτώβριο ανέκτησε μέρος των απωλειών του.
Η εξέλιξη έχει σημασία για τους μεγάλους ελβετικούς ομίλους, οι οποίοι πραγματοποιούν σημαντικό μέρος των πωλήσεών τους στο εξωτερικό.
Ένα ασθενέστερο φράγκο μπορεί να αυξήσει την αξία των εσόδων τους από ξένα νομίσματα όταν αυτά μετατρέπονται στο εγχώριο νόμισμα.
Βεβαίως, οι συναλλαγματικές μεταβολές δεν επηρεάζουν όλες τις επιχειρήσεις με τον ίδιο τρόπο, καθώς σημασία έχουν και η γεωγραφική κατανομή του κόστους και οι πολιτικές αντιστάθμισης συναλλαγματικού κινδύνου.
Κέρδη 10% το 2027 βλέπει το Bloomberg Intelligence
Πέρα από τις χρηματιστηριακές ροές, οι επενδυτές αξιολογούν και τις προοπτικές κερδοφορίας των ελβετικών επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg Intelligence, η αύξηση των κερδών των εταιρειών του SMI θα μπορούσε να επιταχυνθεί στο 10% το 2027, σχεδόν διπλάσιο ρυθμό από εκείνον που αναμένεται για το 2026.
Η εκτίμηση αυτή ενισχύει το ενδιαφέρον για την ελβετική αγορά, καθώς συνδυάζει τις αμυντικές ιδιότητες των μεγάλων επιχειρήσεων με προοπτικές βελτίωσης της κερδοφορίας τους.
Ο στρατηγικός αναλυτής της Bank J. Safra Sarasin, Wolf von Rotberg, αναβάθμισε μέσα στον Οκτώβριο τη σύστασή του για τις ελβετικές μετοχές σε «υπεραπόδοση».
Στην αξιολόγησή του έδωσε έμφαση στις συναλλαγματικές εξελίξεις, στα επιτόκια και στις ενδείξεις εξασθένησης της δυναμικής της αμερικανικής οικονομίας.
Οι συγκεκριμένοι παράγοντες μπορούν να ενισχύσουν τη σχετική ελκυστικότητα επιχειρήσεων με σταθερά οικονομικά μεγέθη.
Το πρόβλημα των υψηλών αποτιμήσεων
Παρά τη θετική εικόνα, η επιστροφή των επενδυτών στην Ελβετία συνοδεύεται από έναν σημαντικό προβληματισμό.
Η άνοδος των μετοχών έχει αυξήσει τις αποτιμήσεις του ελβετικού χρηματιστηρίου, περιορίζοντας ενδεχομένως τα περιθώρια περαιτέρω ανόδου.
Ο SMI διαπραγματεύεται πλέον με το υψηλότερο σχετικό premium έναντι του Euro Stoxx 50 εδώ και σχεδόν δύο χρόνια.
Παράλληλα, οι αποτιμήσεις του έχουν επιστρέψει σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με τα ιστορικά δεδομένα της τελευταίας δεκαετίας.
Αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος των θετικών προσδοκιών ενδέχεται να έχει ήδη ενσωματωθεί στις τιμές των μετοχών.
Οι επενδυτές που τοποθετούνται σήμερα στην αγορά θα πρέπει, επομένως, να σταθμίσουν όχι μόνο την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων, αλλά και το τίμημα που καταβάλλουν για να αποκτήσουν συμμετοχή σε αυτές.
Η νέα ισορροπία των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων
Η ενίσχυση του ελβετικού χρηματιστηρίου αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ανακατανομής επενδυτικών κεφαλαίων.
Οι διαχειριστές δεν εγκαταλείπουν απαραίτητα τις προοπτικές της τεχνολογικής ανάπτυξης, αλλά επιδιώκουν να περιορίσουν τη συγκέντρωση κινδύνου σε λίγες εταιρείες και κλάδους.
Η πολιτική αβεβαιότητα σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία, το κόστος χρηματοδότησης και οι ανησυχίες για την πορεία της διεθνούς οικονομίας ενισχύουν αυτή τη μετατόπιση.
Η Ελβετία προσφέρει έναν χρηματιστηριακό δείκτη με μεγάλη βαρύτητα σε εταιρείες υγείας και βασικών καταναλωτικών προϊόντων, οι οποίες παραδοσιακά εμφανίζουν μικρότερη εξάρτηση από τις διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας.
Το ερώτημα είναι αν η στροφή αυτή θα αποκτήσει διάρκεια ή αν πρόκειται για μια προσωρινή αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίων.
Η απάντηση θα εξαρτηθεί από την πορεία των εταιρικών κερδών, τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών και την εξέλιξη των αποτιμήσεων στον τεχνολογικό τομέα.
Προς το παρόν, πάντως, η εικόνα των αγορών είναι χαρακτηριστική: ενώ η τεχνητή νοημοσύνη εξακολουθεί να υπόσχεται μεγάλες αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία, οι επενδυτές ανακαλύπτουν ξανά την αξία των επιχειρήσεων που παράγουν φάρμακα, τρόφιμα και σταθερά κέρδη.
Και αυτόν τον Οκτώβριο, οι μεγάλοι κερδισμένοι βρίσκονται στην Ελβετία.
Διαβάστε ακόμη:
- Μυστική συμφωνία 2 στελεχών ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ για «πόλεμο» διαρκείας στον Τσίπρα
- Πήλιος: Δύο ομάδες από Γερμανία και Ιταλία ετοιμάζουν να καταθέσουν προτάσεις
- Λέρος: Πέντε νέα ναυάγια αποκαλύπτουν μυστικά του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου
- Επιτυχία χωρίς ηλικία: Έξι προσωπικότητες που έκαναν μια νέα αρχή μετά τα 40