Κάποιοι στην ελληνική αγορά έχουν βρει τον τρόπο να βγάζουν λεφτά από παντού. Πρώτα εμφανίστηκαν στην αγορά των κόκκινων δανείων, εκεί όπου χιλιάδες επιχειρήσεις και νοικοκυριά βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο.

Τώρα, αφού ο συγκεκριμένος κλάδος δημιούργησε τεράστιες επιχειρηματικές αξίες και σημαντικά κέρδη, φαίνεται πως κάποιοι κοιτάζουν και προς το Χρηματιστήριο Αθηνών. Μόνο που αυτή τη φορά το περιτύλιγμα μπορεί να είναι διαφορετικό.

Γιατί, κακά τα ψέματα, άλλο πράγμα να εμφανίζεσαι στο επενδυτικό κοινό ως εταιρεία που ασχολείται με την αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων και άλλο να κουβαλάς την ταμπέλα του διαχειριστή κόκκινων δανείων.

Τα προηγούμενα χρόνια, επενδυτικά κεφάλαια αγόρασαν από τις τράπεζες χαρτοφυλάκια προβληματικών απαιτήσεων σε τιμές που πολλές φορές απείχαν σημαντικά από την ονομαστική τους αξία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αποτιμήσεις ήταν εξαιρετικά χαμηλές. Ακόμη και στο 3% της εξασφαλισμένης αξίας, όπως ακούγεται στην αγορά για συγκεκριμένες περιπτώσεις, αν και τέτοιες αναλογίες χρειάζονται τεκμηρίωση και δεν αποτελούν γενικό κανόνα.

Προσοχή όμως. Άλλο η αγορά μιας απαίτησης από ένα fund και άλλο η διαχείρισή της από μια εταιρεία servicer. Οι δύο ρόλοι δεν πρέπει να συγχέονται. Αυτό, ωστόσο, δεν αλλάζει το μεγάλο ερώτημα για το πού δημιουργήθηκαν οι υπεραξίες και ποιοι τελικά τις εισέπραξαν.

Ο δανειολήπτης μπορούσε να χρωστάει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ και το χαρτοφυλάκιο που περιλάμβανε το δάνειό του να έχει αλλάξει χέρια με μεγάλη έκπτωση. Όταν όμως ερχόταν η ώρα της διεκδίκησης, η απαίτηση δεν περιοριζόταν αυτομάτως στο ποσό της αγοράς.

Κάπως έτσι δημιουργήθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία γύρω από τις ανακτήσεις, τις ρυθμίσεις, τους πλειστηριασμούς και τη διαχείριση ακινήτων.

Και τώρα έρχεται το επόμενο κεφάλαιο.

Αφού τελείωσε το πρώτο μεγάλο φαγοπότι, ετοιμάζεται το χρηματιστηριακό τραπέζι;

Το ενδεχόμενο να αναζητήσουν ορισμένα επιχειρηματικά σχήματα πρόσβαση στο Χρηματιστήριο δεν θα αποτελούσε από μόνο του πρόβλημα. Κάθε επιχείρηση έχει δικαίωμα να αναζητήσει κεφάλαια, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού.

Με ποια αποτίμηση θα παρουσιαστούν; Με ποια εταιρική ταυτότητα; Ποιο θα είναι το πραγματικό αντικείμενο δραστηριότητας; Και κυρίως, ποιος θα αγοράσει τις μετοχές που ενδεχομένως θελήσουν να διαθέσουν οι σημερινοί ιδιοκτήτες;

Γιατί αν η ιστορία εξελιχθεί όπως φοβούνται ορισμένοι στην αγορά, αυτοί που έβγαλαν χρήματα από την απόκτηση απαιτήσεων με μεγάλες εκπτώσεις θα επιχειρήσουν να κεφαλαιοποιήσουν τις υπεραξίες τους, αυτή τη φορά με χρήματα επενδυτών.

Και ο μικρομέτοχος θα κληθεί να πληρώσει την τιμή που θα του παρουσιάσουν.

Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι η πιθανότητα οι νέες χρηματιστηριακές ιστορίες να μην προβάλλονται με τη γνωστή ταυτότητα του ενδιάμεσου μεταξύ τραπεζών και οφειλετών. Μπορεί να εμφανιστούν με διαφορετικό επιχειρηματικό προφίλ, δίνοντας έμφαση στα ακίνητα, στις επενδύσεις ή στη διαχείριση περιουσίας.

Όλα νόμιμα, εφόσον τηρούνται οι κανόνες. Αλλά και όλα προς εξέταση.

Γιατί το Χρηματιστήριο δεν πρέπει να γίνει ο τελευταίος σταθμός μιας διαδρομής όπου οι παλιοί μέτοχοι θα εισπράξουν και οι νέοι θα αναλάβουν το ρίσκο.

Οι επενδυτές πρέπει να γνωρίζουν πόσο αγοράστηκαν τα περιουσιακά στοιχεία, πόσα έχουν ήδη αποδώσει, ποιες υποχρεώσεις παραμένουν και πόσο πραγματικά αξίζει η δραστηριότητα που θα κληθούν να χρηματοδοτήσουν.

Και πάνω απ’ όλα, να μάθουν ποιοι πουλάνε και γιατί.

Γιατί στην ελληνική κεφαλαιαγορά έχουμε δει πολλές φορές να αλλάζει η εταιρική ταμπέλα, αλλά στο τέλος να παραμένουν οι ίδιοι κερδισμένοι.

Το έργο λοιπόν αποκτά ενδιαφέρον. Από τα κόκκινα δάνεια στις χρηματιστηριακές υπεραξίες. Από τον οφειλέτη στον μικρομέτοχο. Και από τις μεγάλες εκπτώσεις των χαρτοφυλακίων στις αποτιμήσεις που μπορεί να ζητηθούν από το επενδυτικό κοινό.

Το ποιοι ετοιμάζουν το επόμενο βήμα, με ποια οχήματα και με ποιες αξιώσεις, μένει να φανεί.

Συνεχίζεται…

Διαβάστε ακόμη: