Οι πιστοληπτικές διαβαθμίσεις που δίνουν μέχρι στιγμής οι οίκοι αξιολόγησης συνάδουν με τα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, σημείωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στην Ετήσια Συνάντηση της Scope Ratings στην Αθήνα. Παράλληλα, πρόσθεσε, η Ελλάδα τιμολογείται από την αγορά ομολόγων πιο κοντά στα κράτη με πιστοληπτική διαβάθμιση Α από ό,τι στα κράτη με διαβάθμιση ΒΒΒ.
«Αυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι προεξοφλεί μελλοντικές αποφάσεις πιστοληπτικής αξιολόγησης, αποτελεί όμως χρήσιμη ένδειξη του βαθμού στον οποίον έχει αλλάξει η αντίληψη της αγοράς για τον κίνδυνο δημόσιου χρέους της Ελλάδος», τόνισε ο διοικητής.
Μεταξύ των κύριων παραγόντων που συνέβαλαν στις αναβαθμίσεις της ελληνικής αξιολόγησης είναι τα διατηρήσιμα δημοσιονομικά πλεονάσματα, η σταθερά καθοδική τροχιά του δημόσιου χρέους, αλλά και ο χαμηλότερος πολιτικός κίνδυνος, ο οποίος αντικατοπτρίζεται και στη βελτιωμένη κατάταξη της Ελλάδος στον Δείκτη Πολιτικής Σταθερότητας της Παγκόσμιας Τράπεζας, σημείωσε ο κ. Στουρνάρας.
Και πρόσθεσε ότι κατά τη γνώμη του, για να λάβει η Ελλάδα πιστοληπτική αξιολόγηση Α πριν το 2030 απαιτούνται συνεχείς βελτιώσεις στην ποιότητα των θεσμών. Βραχυπρόθεσμα, οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση θα πρέπει να αρχίσουν να μεταφράζονται σταδιακά σε υψηλότερες βαθμολογίες της χώρας στους θεσμικούς δείκτες που επίσης παρακολουθούν οι οίκοι αξιολόγησης, σημείωσε.
Ο κεντρικός τραπεζίτης εντόπισε σημαντικά βήματα προόδου και στο δικαστικό σύστημα. Όπως επεσήμανε, η μεταρρύθμιση του δικαστικού χάρτη της Ελλάδος έχει ήδη αποφέρει απτά αποτελέσματα, καθώς ο μέσος χρόνος για την έκδοση πρωτόδικης απόφασης μειώθηκε τουλάχιστον στο μισό, συγκεκριμένα σε περίπου 1 έτος (357 ημέρες) από 2 και πλέον έτη (774 ημέρες) πριν από τη μεταρρύθμιση. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης αναμένει ότι ο απαιτούμενος χρόνος για τελεσιδικία θα συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έως το 2027.
Οι βελτιώσεις αυτές έχουν σημασία για τους επενδυτές, τόνισε. Οι ταχύτερες και πιο προβλέψιμες δικαστικές διαδικασίες ενισχύουν την ασφάλεια δικαίου και την εμπιστοσύνη των επενδυτών.