Η καθημερινότητα στις διάδρομους των σούπερ μάρκετ έχει μετατραπεί προ πολλού σε έναν ακήρυχτο πόλεμο νεύρων, με τους καταναλωτές να μετρούν ευρώ-ευρώ τα βασικά αγαθά και να βλέπουν το καλάθι της νοικοκυράς να αδειάζει επικίνδυνα πριν καν φτάσει στο ταμείο.
Η φράση «δεν πάει άλλο» δεν αποτελεί πλέον κάποιο δραματικό δημοσιογραφικό πυροτέχνημα, αλλά την κοινή συνισταμένη της αγανάκτησης που σιγοβράζει σε κάθε ελληνικό σπίτι, την ώρα που οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα και τα είδη πρώτης ανάγκης συνεχίζουν να εξανεμίζουν το διαθέσιμο εισόδημα από τις πρώτες κιόλας ημέρες του μήνα.
Μέσα σε αυτό το ήδη φορτισμένο κλίμα, η δημόσια τοποθέτηση του υπουργού Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκου, ήρθε να λειτουργήσει ως θρυαλλίδα, προσαρμόζοντας την κυβερνητική ρητορική στα ζητήματα της αρμοδιότητάς του με έναν τρόπο που προκάλεσε συζητήσεις.
Μετατοπίζοντας την ουσία του προβλήματος από την αχαλίνωτη ακρίβεια και τους ανεξέλεγκτους μηχανισμούς της αγοράς στη χαμηλή αγοραστική δύναμη των πολιτών, το μήνυμα που εισέπραξε η κοινωνία ήταν εξαιρετικά σαφές και ταυτόχρονα κυνικό δηλαδή ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στις τιμές των ραφιών, αλλά στο γεγονός ότι εμείς διαθέτουμε άδεια πορτοφόλια.
Κοινώς δηλαδή «δεν είναι ακριβά τα σούπερ μάρκετ, εσείς είσαστε φτωχοί». Αυτή η προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της πραγματικότητας όχι μόνο δεν καθησυχάζει τους πολίτες, αλλά μοιάζει να αποποιείται τις κυβερνητικές ευθύνες για την πάταξη της αισχροκέρδειας και τη διενέργεια ουσιαστικών ελέγχων στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Όταν η πολιτική ηγεσία επιλέγει να διαπιστώνει απλώς τη φτώχεια αντί να αντιμετωπίζει δομικά τις στρεβλώσεις που την προκαλούν, η απόσταση ανάμεσα στα κυβερνητικά γραφεία και την πραγματική οικονομία διευρύνεται επικίνδυνα.
Ο πολίτης δεν χρειάζεται θεωρητικές αναλύσεις για το αν είναι φτωχός ή αν τα προϊόντα είναι αντικειμενικά ακριβά, καθώς βιώνει το αποτέλεσμα στην καθημερινή του επιβίωση. Η κοινωνία απαιτεί δραστικά μέτρα, διαφάνεια στις τιμές και πραγματική προστασία από τα κερδοσκοπικά παιχνίδια.