Η δυσμενής συγκυρία στον ενεργειακό κλάδο, δεν έχει μόνο εξωγενείς αιτίες, αλλά στην περίπτωση την ΑΠΕ και ειδικότερα των μεσαίων και μικρών παραγωγών φωτοβολταϊκών, η κατάσταση χαρακτηρίζεται ως η χειρότερη των τελευταίων ετών.
Βασική αιτία είναι η απόρριψη της παραγωγής τους κατά τις μεσημβρινές ώρες, καθώς, όπως πολλές έχουμε αναφέρει και όπως καλά γνωρίζει η ενεργειακή αγορά, η ανυπαρξία έργων και μπαταριών αποθήκευσης οδηγεί την παραγωγή τους είτε τζάμπα στη Βουλγαρία είτε εκτός οποιαδήποτε χρήσης.
Το πρόβλημα αυτό, πέραν του ότι έχει οδηγήσει εκατοντάδες μικροπαραγωγούς σε όλη τη χώρα, να πουλήσουν τη μονάδα τους στους μεγαλύτερους ενεργειακούς ομίλους και συνήθως με δυσμενείς όρους. Όσοι μεσαίου και μικρότερου μεγέθους παραγωγοί έχουν μείνει στον κλάδο, αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις.
Για το λόγο αυτό ζήτησαν από τις τράπεζες, να υπάρξει μια επιμήκυνση 5 ετών των δανείων τους, την οποία φέρεται ότι δέχονται μεν οι τράπεζες, αλλά ζητούν παράλληλα να συνοδευτεί η ενέργειά τους αυτή από αντίστοιχη χρονική παράταση των συμβάσεων και συμφωνιών, που αφορούν στη λειτουργική ενίσχυση των φωτοβολταϊκών σταθμών.
Στο θέμα αυτό, όπως αναφέρουν παραγωγοί από τη Θεσσαλία, πρέπει να υπάρξει παρέμβαση και σχετική άδεια από το αρμόδιο υπουργείο Ενέργειας, ούτως ώστε οι νέες δόσεις που θα προκύψουν από την όποια παράταση δοθεί, να είναι μικρότερες και εξυπηρετήσιμες από τους δανειολήπτες παραγωγούς.
Όπως επισημαίνουν τραπεζικά στελέχη, οι τράπεζες για να προσφέρουν αυτή την επιμήκυνση (ουσιαστικά πρόκειται για αναδιάρθρωση χρέους), πρέπει να εγγράψουν μεγάλες προβλέψεις, εκτός αν αυτή συνοδευτεί και από αντίστοιχη παράταση των συμβάσεων λειτουργικής ενίσχυσης των φωτοβολταϊκών σταθμών. Και εδώ έρχεται η Ένωση Τραπεζών (ΕΕΤ) που θα αποστείλει το αίτημα στο ΥΠΕΝ και ταυτόχρονα θα λειτουργήσει ως ενδιάμεσος και με τα κοινοτικά όργανα, καθώς οποιαδήποτε παράταση των εγγυημένων συμβάσεων λειτουργικής ενίσχυσης απαιτεί έγκριση από τη DG COMP, προκειμένου να μην θεωρηθεί ότι πρόκειται περί στρέβλωσης του ανταγωνισμού.
Τέλος, με βάση επίσημα στοιχεία της ΠΟΣΠΗΕΦ η απώλεια τζίρου για τους μικρομεσαίους σταθμούς εντός του 2026, λόγω της απόρριψης της παραγωγής τους από τον Διαχειριστή, εκτιμάται ότι θα κινηθεί σε 42% – 43%, ποσοστό ιδιαίτερα υψηλό για τα μικρά και μεσαία φωτοβολταϊκά πάρκα.
Συνεπώς, αναζητείται επειγόντως λύση, ωφέλιμη και για τους παραγωγούς και για τις τράπεζες, που κινδυνεύουν, σε διαφορετική περίπτωση, με νέα “κόκκινα” δάνεια, προερχόμενα από την “πράσινη” ανάπτυξη.