Ο Γιάννης Μανιάτης, Καθηγητής, Ευρωβουλευτής, Αντιπρόεδρος των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D) και πρώην Υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, με άρθρο του στο Liberal παρεμβαίνει στην τρέχουσα ενεργειακή συζήτηση. Αναλύει τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής, εστιάζοντας στις κυβερνητικές αποτυχίες στον κρίσιμο τομέα της αποθήκευσης ενέργειας και της διαχείρισης της ζήτησης, οι οποίες τελικά επιβαρύνουν τον τελικό καταναλωτή.

Η ανάγκη για αμεσα και διαρθρωτικά μέτρα

Ο κ. Μανιάτης διαχωρίζει τις απαραίτητες παρεμβάσεις σε δύο επίπεδα:

  • Άμεσα μέτρα: Μείωση της φορολογίας και του ΦΠΑ στην ενέργεια για την άμεση ανακούφιση των τιμών, κάτι που αποτελεί καθαρά θέμα πολιτικής βούλησης.
  • Διαρθρωτικά μέτρα: Αποθήκευση ενέργειας ως προϋπόθεση για την ανάπτυξη των ΑΠΕ, τον εξηλεκτρισμό και την απεξάρτηση από τα ακριβά εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Αποτυχία στους στόχους και τις δεσμεύσεις

Ο Ευρωβουλευτής επισημαίνει τη μεγάλη απόσταση μεταξύ κυβερνητικών εξαγγελιών και πραγματικότητας:

  • Ενώ το ΕΣΕΚ θέτει στόχο τα 6.253 MW έως το 2030, η πρόοδος είναι ελάχιστη.
  • Ο αρχικός στόχος του Ταμείου Ανάκαμψης για 1.380 MW έως το 2025 «ψαλιδίστηκε» στα 700 MW για το 2026, ενώ σήμερα η ισχύς περιορίζεται μόλις στα 600–630 MW.
  • Το εμβληματικό έργο της Αμφιλοχίας (αντλησιοταμίευση), που ξεκίνησε το 2013-2014, παραμένει ημιτελές, χωρίς να έχει ενταχθεί κανένα νέο παρόμοιο έργο έκτοτε.

Χαμένες ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην περίπτωση της Πτολεμαΐδας, όπου η κυβέρνηση αρνήθηκε να προσυπογράψει αίτηση χρηματοδότησης από το Connecting Europe Facility. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν έως και 117 εκατ. ευρώ ενωσιακών πόρων (με μηδενική εθνική συμμετοχή) για ένα έργο αποθήκευσης με μπαταρία σε μια περιοχή που πλήττεται από την απολιγνιτοποίηση.

Το παράδοξο των περικοπών ΑΠΕ

Η έλλειψη αποθηκευτικών χώρων οδηγεί σε ένα οικονομικό και περιβαλλοντικό παραλογισμό:

  • Οι περικοπές παραγωγής από τη «φθηνή» ενέργεια των ΑΠΕ υπερτριπλασιάζονται (από 3,5% το 2024 σε προβλεπόμενο 12% το 2026).
  • Το αποτέλεσμα: Πετάμε τη φθηνή εγχώρια ενέργεια και την αντικαθιστούμε με την ακριβότερη εισαγόμενη πηγή, το φυσικό αέριο, αυξάνοντας το κόστος για τους καταναλωτές.

Αποτυχία στη διαχείριση της ζήτησης 

Ο κ. Μανιάτης καταρρίπτει το κυβερνητικό επιχείρημα περί αναμονής για φθηνότερες μπαταρίες, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα έχει μόλις 2% αποθηκευτική επάρκεια έναντι π.χ. του 52% της Βουλγαρίας. Παράλληλα, καταλογίζει αποτυχία στην «εικονική αποθήκευση»:

  • Νοικοκυριά: Τεράστια καθυστέρηση στην εγκατάσταση έξυπνων μετρητών (ο διαγωνισμός εκκρεμεί από το 2014) και έλλειψη σύγχρονων τιμολογίων που να ενθαρρύνουν την κατανάλωση τις ώρες υπερπαραγωγής ΑΠΕ.
  • Επιχειρήσεις: Απουσία μηχανισμού που θα επέτρεπε στις ενεργοβόρες βιομηχανίες να προσαρμόζουν το προφίλ ζήτησής τους με οικονομικό όφελος.

Για τον Γιάννη Μανιάτη, η ραγδαία ανάπτυξη των ΑΠΕ από μόνη της δεν αρκεί. Η μείωση των τιμών και η ενεργειακή ανεξαρτησία απαιτούν έναν συνολικό μετασχηματισμό που περιλαμβάνει αποθήκευση, έξυπνη διαχείριση ζήτησης και αναβάθμιση των δικτύων, τομείς στους οποίους η σημερινή πολιτική κρίνεται ανεπαρκής.

Διαβάστε ακόμη: