Το καμπανάκι χτύπησε. Και αυτή τη φορά ακούστηκε μέσα από την ίδια την παράταξη. Η συζήτηση για τον ανασχηματισμό, που μέχρι πρόσφατα μπορούσε να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη σενάριο πολιτικού παρασκηνίου, αρχίζει να αποκτά διαφορετικό βάρος, καθώς όλο και περισσότερες δημόσιες τοποθετήσεις από τον χώρο της ΝΔ αγγίζουν πλέον το ίδιο πρόβλημα: την εικόνα μιας κυβέρνησης που βρίσκεται για μεγάλο χρονικό διάστημα στην εξουσία και ορισμένα στελέχη της δείχνουν να έχουν εξαντλήσει τον πολιτικό τους κύκλο.

Ήδη η Κ.Ο. της ΝΔ είναι καζάνι που βράζει και όλοι μιλούν για κουρασμένους υπουργούς και για καβαλημένα καλάμια. Μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να κάνει ότι δεν βλέπει και ότι δεν ακούει τίποτα για τις συμπεριφορές των εκλεκτών υπουργών του;

Η πιο χαρακτηριστική παρέμβαση ήρθε από τη Ντόρα Μπακογιάννη. Η πρώην υπουργός και βουλευτής της ΝΔ μίλησε ανοιχτά για υπουργούς οι οποίοι, έπειτα από οκτώ χρόνια, έχουν κουραστεί, έχουν εμφανίσει στοιχεία αλαζονείας και χρειάζονται αλλαγές.

Και αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια. Μιλάμε για την αδερφή του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη η οποία δεν μασάει τα λόγια της και όταν χρειαστεί βγάζει κόκκινες κάρτες.

Γιατί όταν τέτοιες επισημάνσεις γίνονται από πρόσωπα με βαθιά γνώση της κυβερνητικής λειτουργίας και όχι από την αντιπολίτευση, το μήνυμα αποκτά διαφορετική πολιτική βαρύτητα.

Το Μαξίμου επιστράτευσε την Ντόρα Μπακογιάννη – Σκληρή απάντηση της Ντόρας σε Σαμαρά και Βορίδη και στο θέμα των ΛΟΑΤΚΙ και στην εξωτερική πολιτική – Οι τελευταίες υπηρεσίες της στον Κυριάκο για να ανοίξει τo δρόμο στη Α Αθήνας για τον Κώστα Μπακογιάννη

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα πρόσωπα

Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν ότι ένας ανασχηματισμός δεν είναι απλώς αλλαγή ονομάτων. Είναι αλλαγή πολιτικού μηνύματος.

Και η κυβέρνηση μπαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία η καθημερινότητα γίνεται ολοένα πιο απαιτητική: ακρίβεια, καύσιμα, κόστος ενέργειας, ελληνοτουρκικά και μια μακρά προεκλογική περίοδος συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο κάθε κυβερνητικό λάθος μεγεθύνεται.

Την ίδια ώρα, από το εσωτερικό της ΝΔ αρχίζουν να εμφανίζονται μικρές αλλά χαρακτηριστικές ρωγμές στην εικόνα απόλυτου κυβερνητικού συντονισμού.

Ο Δημήτρης Καιρίδης, για παράδειγμα, χαρακτήρισε «αχρείαστες» τις δηλώσεις του Παύλου Μαρινάκη για το επίδομα ανεργίας και υπογράμμισε ότι τέτοιες συζητήσεις πρέπει να γίνονται οργανωμένα και συγκροτημένα, ώστε να μην αυτοϋπονομεύεται η κυβέρνηση.

Δεν πρόκειται ασφαλώς για ανταρσία. Ούτε κάθε διαφορετική άποψη βουλευτή αποτελεί κρίση.

Όταν όμως οι παρεμβάσεις πολλαπλασιάζονται, αρχίζουν να σχηματίζουν πολιτική εικόνα.

Επίδομα ανεργίας: Οι «δύο μήνες» του Μαρινάκη άναψαν φωτιές – Το σχέδιο, οι αντιδράσεις και το πολιτικό ρίσκο

Η κυβέρνηση μοιάζει να χρειάζεται νέο «φρεσκάρισμα»

Το ζήτημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι πλέον διπλό.

Από τη μία υπάρχει η ανάγκη να διατηρήσει τη συνέχεια της κυβερνητικής πολιτικής. Από την άλλη υπάρχει το πρόβλημα της κόπωσης που προκαλεί η πολυετής παραμονή των ίδιων προσώπων στα ίδια ή παρεμφερή κυβερνητικά πόστα.

Μια κυβέρνηση που βρίσκεται στην εξουσία από το 2019 δεν μπορεί να λειτουργεί πολιτικά σαν να βρίσκεται στους πρώτους μήνες της πρώτης της θητείας.

Τα πρόσωπα φθείρονται. Οι υπουργοί επαναλαμβάνονται. Οι αντιπαραθέσεις γίνονται προβλέψιμες. Οι δημοσιογράφοι γνωρίζουν ποιος θα βγει σε κάθε θέμα. Οι βουλευτές γνωρίζουν ποιος υπουργός ακούει και ποιος όχι. Και, κυρίως, η κοινωνία αρχίζει να θεωρεί δεδομένους εκείνους που κυβερνούν.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος της λεγόμενης κυβερνητικής κόπωσης.

Τα «καμπανάκια» έχουν ήδη αρχίσει

Το ενδιαφέρον είναι ότι το ίδιο το Μέγαρο Μαξίμου έχει στο παρελθόν αναγνωρίσει την ανάγκη μεγαλύτερης συμμετοχής όλων των υπουργών στην πολιτική επικοινωνία. Τον Ιούλιο είχε μεταφερθεί ότι ο πρωθυπουργός ζήτησε από τους υπουργούς να μην εμφανίζονται στα μέσα ενημέρωσης συνεχώς τα ίδια πρόσωπα, αλλά να υπάρχει μεγαλύτερη συμμετοχή ολόκληρου του κυβερνητικού σχήματος.

Η παρατήρηση αυτή αποκτά σήμερα διαφορετική σημασία.

Γιατί άλλο είναι να χρειάζεται μια κυβέρνηση καλύτερο επικοινωνιακό συντονισμό και άλλο να δημιουργείται η εντύπωση ότι ορισμένοι υπουργοί έχουν γίνει μέρος του προβλήματος αντί να αποτελούν μέρος της λύσης.

Και εδώ βρίσκεται το πολιτικό στοίχημα για τον Μητσοτάκη.

Το Μαξίμου δεν μπορεί να αγνοεί επ’ άπειρον τις φωνές

Ο πρωθυπουργός έχει δείξει μέχρι σήμερα ότι δεν αντιμετωπίζει τον ανασχηματισμό ως λύση για κάθε κυβερνητικό πρόβλημα.

Άλλωστε, το καλοκαίρι είχε μεταδοθεί ότι δεν προσανατολιζόταν σε αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα, αφήνοντας όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο εάν κάποιος υπουργός τον «εκπλήξει δυσάρεστα».

Το πολιτικό περιβάλλον, ωστόσο, αλλάζει.

Η κυβέρνηση εισέρχεται σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, ενώ ακόμη και δημοσκοπικές αναλύσεις που δημοσιεύονται μετά τη ΔΕΘ περιγράφουν μια περίοδο έξι έως επτά μηνών χωρίς προς το παρόν μεγάλες ανατροπές, αλλά με ανοιχτό το ενδεχόμενο εξελίξεων και ανακατατάξεων.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο ανασχηματισμός δεν είναι απλώς θέμα προσώπων.

Είναι θέμα πολιτικού σήματος.

Ποιο είναι το μήνυμα που θα εκπέμψει ο Μητσοτάκης;

Εάν προχωρήσει σε αλλαγές, το ερώτημα θα είναι ποιον θέλει να επιβραβεύσει, ποιον θέλει να αποφορτίσει και ποια χαρτοφυλάκια θεωρεί ότι χρειάζονται νέο πρόσωπο.

Εάν δεν προχωρήσει, το ερώτημα θα είναι διαφορετικό: εάν θεωρεί ότι το υφιστάμενο κυβερνητικό σχήμα μπορεί να σηκώσει το βάρος της επόμενης περιόδου χωρίς σημαντικές αλλαγές.

Σε κάθε περίπτωση, η δημόσια συζήτηση έχει ήδη ανοίξει.

Και όταν βουλευτές της ΝΔ αρχίζουν να μιλούν για κόπωση, αλαζονεία και ανάγκη αλλαγών, το μήνυμα προς το Μέγαρο Μαξίμου είναι σαφές: η συζήτηση για το κυβερνητικό σχήμα δεν γίνεται πλέον μόνο στα δημοσιογραφικά γραφεία.

Έχει αρχίσει να γίνεται μέσα στην ίδια την κυβέρνηση και την κοινοβουλευτική ομάδα.

Η κυβέρνηση δεν είναι απαραίτητα «ξεκούρδιστη μπάντα». Όμως η εικόνα ενός σχήματος που χρειάζεται ανανέωση αρχίζει να αποκτά δημόσια έκφραση. Και όσο πλησιάζει η προεκλογική περίοδος, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά το ερώτημα εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα επιλέξει να αλλάξει πρόσωπα, να αλλάξει ισορροπίες ή να συνεχίσει με το ίδιο κυβερνητικό σχήμα.

Τα καμπανάκια πάντως έχουν ήδη αρχίσει να χτυπούν. Και πλέον το Μέγαρο Μαξίμου καλείται να αποφασίσει αν θα τα ακούσει.

Διαβάστε ακόμη: