Οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες στις ΗΠΑ βάζουν στο επίκεντρο την πρόληψη πολύ πριν εμφανιστούν καρδιαγγειακά προβλήματα. Οι καρδιολόγοι ζητούν έλεγχο της χοληστερίνης ήδη από την παιδική ηλικία, ενώ για όσους έχουν αυξημένο κίνδυνο θέτουν ακόμη χαμηλότερους στόχους για την «κακή» LDL.

Νέα δεδομένα φέρνουν οι επικαιροποιημένες αμερικανικές οδηγίες για τη χοληστερίνη και τη δυσλιπιδαιμία, οι οποίες αντικαθιστούν τις προηγούμενες κατευθύνσεις του 2018 και μεταφέρουν ακόμη περισσότερο το βάρος στην έγκαιρη πρόληψη.

Η βασική αλλαγή στη φιλοσοφία των ειδικών είναι ότι δεν αρκεί να αντιμετωπίζεται η υψηλή LDL όταν κάποιος έχει ήδη φτάσει στη μέση ηλικία ή εμφανίζει πολλούς παράγοντες κινδύνου.

Όσο περισσότερα χρόνια παραμένει κάποιος εκτεθειμένος σε αυξημένη «κακή» χοληστερίνη, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνει η συσσωρευτική επιβάρυνση των αρτηριών.

Για αυτό και η νέα λογική είναι σαφής: έλεγχος νωρίτερα, θεραπεία όταν πραγματικά χρειάζεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χαμηλότερη LDL για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Γιατί οι γιατροί θέλουν τον έλεγχο νωρίτερα

Η LDL χοληστερόλη μπορεί να συσσωρεύεται στα τοιχώματα των αρτηριών και να συμβάλλει στην ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης.

Το πρόβλημα είναι ότι η διαδικασία μπορεί να εξελίσσεται για χρόνια χωρίς κανένα σύμπτωμα.

Κάποιος μπορεί επομένως να αισθάνεται απολύτως υγιής, αλλά να έχει αυξημένη LDL από νεαρή ηλικία.

Η έγκαιρη αναγνώριση δίνει περισσότερο χρόνο για αλλαγές στη διατροφή, σωματική δραστηριότητα, έλεγχο του βάρους και, όταν κρίνεται αναγκαίο, φαρμακευτική αντιμετώπιση.

Έλεγχος της χοληστερίνης από τα 9 έως τα 11 χρόνια

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές συστάσεις αφορά τα παιδιά.

Οι νέες οδηγίες προτείνουν να γίνεται ένας έλεγχος των λιπιδίων μεταξύ 9 και 11 ετών, εφόσον δεν έχει πραγματοποιηθεί νωρίτερα.

Σε παιδιά με ισχυρό οικογενειακό ιστορικό σοβαρής καρδιαγγειακής νόσου ή διαταραχών της χοληστερίνης, ο έλεγχος μπορεί να ξεκινά ακόμη και από την ηλικία των 2 ετών.

Ο στόχος είναι, μεταξύ άλλων, να εντοπίζονται έγκαιρα περιπτώσεις όπως η οικογενής υπερχοληστερολαιμία, όπου πολύ υψηλές τιμές LDL μπορεί να υπάρχουν ήδη από την παιδική ηλικία.

Ο κίνδυνος πλέον υπολογίζεται και στα 30 χρόνια

Μία ακόμη αλλαγή αφορά τον τρόπο με τον οποίο εκτιμάται ο καρδιαγγειακός κίνδυνος.

Οι γιατροί καλούνται να χρησιμοποιούν το εργαλείο PREVENT, το οποίο μπορεί να εκτιμήσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου τόσο στα επόμενα 10 χρόνια όσο και σε ορίζοντα 30 ετών για άτομα ηλικίας 30 έως 79 ετών.

Στον υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη στοιχεία όπως η ηλικία, η χοληστερίνη, η αρτηριακή πίεση και άλλοι παράγοντες που συνδέονται με την καρδιαγγειακή υγεία.

Η μεγαλύτερη χρονική προοπτική έχει ιδιαίτερη σημασία για νεότερους ανθρώπους, οι οποίοι μπορεί να εμφανίζουν μικρό κίνδυνο στα επόμενα δέκα χρόνια αλλά σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο σε βάθος δεκαετιών.

Πόσο πρέπει να είναι πλέον η LDL

Οι νέες οδηγίες επαναφέρουν συγκεκριμένους θεραπευτικούς στόχους για την LDL.

Για άτομα με οριακό ή ενδιάμεσο καρδιαγγειακό κίνδυνο, ο στόχος είναι LDL κάτω από 100 mg/dL.

Για όσους βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο, ο στόχος κατεβαίνει κάτω από 70 mg/dL.

Για ασθενείς που έχουν ήδη αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο και χαρακτηρίζονται πολύ υψηλού κινδύνου, ο στόχος γίνεται ακόμη αυστηρότερος: LDL κάτω από 55 mg/dL.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν LDL κάτω από 55.

Ο επιθυμητός στόχος καθορίζεται από τον συνολικό κίνδυνο κάθε ασθενούς, το ιστορικό του και την παρουσία άλλων παραγόντων.

Πότε εξετάζεται η θεραπεία

Οι νέες οδηγίες χωρίζουν τον δεκαετή καρδιαγγειακό κίνδυνο σε διαφορετικές κατηγορίες.

Σε άτομα με κίνδυνο περίπου 3% έως 5% για αθηροσκληρωτικό καρδιαγγειακό συμβάν μέσα στην επόμενη δεκαετία, μπορεί να εξεταστεί παρέμβαση για τη μείωση της LDL ανάλογα με τους πρόσθετους παράγοντες κινδύνου.

Όταν ο κίνδυνος βρίσκεται περίπου στο 5% έως 10%, η συζήτηση για θεραπεία γίνεται ακόμη πιο σημαντική.

Η απόφαση πάντως δεν βασίζεται μόνο σε έναν αριθμό.

Ο γιατρός συνεκτιμά το οικογενειακό ιστορικό, τον διαβήτη, την αρτηριακή πίεση, το κάπνισμα και άλλους παράγοντες πριν αποφασίσει μαζί με τον ασθενή την κατάλληλη αντιμετώπιση.

Οι στατίνες παραμένουν το βασικό όπλο

Οι στατίνες παραμένουν η βασική φαρμακευτική θεραπεία για τη μείωση της LDL.

Οι νέες οδηγίες, όμως, ενσωματώνουν και περισσότερες επιλογές για ασθενείς στους οποίους οι στατίνες δεν επαρκούν, δεν είναι ανεκτές ή απαιτείται ακόμη μεγαλύτερη μείωση της χοληστερίνης.

Μεταξύ των διαθέσιμων θεραπειών περιλαμβάνονται η εζετιμίμπη, το bempedoic acid, οι αναστολείς PCSK9 και η inclisiran.

Η επιλογή εξαρτάται από τις τιμές της LDL, τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς.

Διατροφή και άσκηση παραμένουν η πρώτη γραμμή

Παρά τη μεγαλύτερη έμφαση στη φαρμακευτική θεραπεία όταν υπάρχει ένδειξη, οι ειδικοί δεν αλλάζουν θέση ως προς τη σημασία του τρόπου ζωής.

Ισορροπημένη διατροφή, τακτική σωματική δραστηριότητα, έλεγχος του σωματικού βάρους και αποφυγή του καπνίσματος παραμένουν θεμελιώδη εργαλεία για την πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου.

Η διαφορά είναι ότι πλέον οι γιατροί καλούνται να μην αφήνουν έναν ασθενή επί χρόνια με αυξημένη LDL περιμένοντας μόνο την αλλαγή του τρόπου ζωής, όταν τα επίπεδα και το συνολικό προφίλ κινδύνου δείχνουν ότι χρειάζεται και άλλη παρέμβαση.

Το νέο μήνυμα για τη χοληστερίνη

Η μεγαλύτερη αλλαγή δεν βρίσκεται τελικά σε έναν συγκεκριμένο αριθμό.

Βρίσκεται στον χρόνο.

Οι καρδιολόγοι θέλουν πλέον να γνωρίζουμε τις τιμές μας νωρίτερα και να μην περιμένουμε μέχρι να εμφανιστούν προβλήματα για να ασχοληθούμε με τη χοληστερίνη.

Η λογική είναι ότι μια χαμηλότερη LDL για περισσότερα χρόνια μπορεί να σημαίνει μικρότερη συνολική επιβάρυνση των αρτηριών και καλύτερη προστασία από έμφραγμα και εγκεφαλικό αργότερα στη ζωή.

Οι νέες οδηγίες, επομένως, δεν λένε ότι όλοι χρειάζονται φάρμακα.

Λένε όμως ότι η χοληστερίνη πρέπει να μπαίνει στο ραντάρ της πρόληψης πολύ νωρίτερα από ό,τι πιστεύαμε παλαιότερα.