Η ώρα του λογαριασμού για το Μέγαρο Μαξίμου έφτασε. Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ αφήνουν πλέον τη σκηνή των πολιτικών ανακοινώσεων και περνούν στο πιο δύσκολο πεδίο: στην κοινωνία και στις δημοσκοπήσεις.

Στο κυβερνητικό επιτελείο περιμένουν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις επόμενες μετρήσεις, καθώς εκεί θα φανεί εάν το οικονομικό πακέτο που παρουσίασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατάφερε να δημιουργήσει πολιτικό αποτύπωμα ή εάν η επίδρασή του θα περιοριστεί στον κύκλο των πρωθυπουργικών εξαγγελιών.

Το ζητούμενο για την κυβέρνηση δεν είναι απλώς μια καλύτερη επίδοση στην πρόθεση ψήφου. Είναι να διαπιστώσει εάν αλλάζει το κλίμα, εάν μειώνονται οι αποστάσεις από κοινωνικές ομάδες που έχουν απομακρυνθεί και κυρίως εάν οι παρεμβάσεις στην οικονομία μπορούν να μετατραπούν σε πραγματική πολιτική δυναμική μέχρι τις κάλπες του 2027.

Η πρώτη εικόνα δίνει ανάσα, αλλά όχι λευκή επιταγή

Οι πρώτες μετρήσεις μετά τη ΔΕΘ έδωσαν στη Νέα Δημοκρατία ενισχυμένα ποσοστά.

Στην έρευνα της GPO, η Νέα Δημοκρατία καταγράφηκε στο 30,6% στην εκτίμηση ψήφου, από 28,6% στην προηγούμενη μέτρηση. Η ΕΛΑΣ κινήθηκε στο 16%, ενώ το ΠΑΣΟΚ στο 12,8%.

Στην πρόσφατη μέτρηση της Interview, η Νέα Δημοκρατία βρέθηκε στο 26,3% στην πρόθεση ψήφου, με την ΕΛΑΣ στο 13,7% και το ΠΑΣΟΚ στο 11,9%.

Οι αριθμοί αυτοί αποτελούν ένα πρώτο δεδομένο, όχι όμως τελική εικόνα. Και αυτό το γνωρίζουν καλά στο Μαξίμου. Η κυβέρνηση θα περιμένει να δει εάν η τάση επαναλαμβάνεται και στις επόμενες έρευνες ή εάν πρόκειται για μια πρόσκαιρη αντίδραση μετά τη ΔΕΘ.

Γιατί το πραγματικό πολιτικό τεστ δεν είναι μια δημοσκόπηση. Είναι η διάρκεια.

Το μεγάλο στοίχημα είναι η τσέπη

Το Μαξίμου θέλει να απαντήσει σε ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα: οι πολίτες αντιλαμβάνονται τα μέτρα ως πραγματική οικονομική ανακούφιση;

Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο της κυβερνητικής στρατηγικής.

Οι φορολογικές ελαφρύνσεις και οι υπόλοιπες παρεμβάσεις θα πρέπει να αποκτήσουν πρακτικό περιεχόμενο. Να φανούν στο εισόδημα, στην καθημερινότητα, στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η πολιτική επικοινωνία έχει περιορισμένη διάρκεια όταν ο πολίτης εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό κόστος ζωής.

Και εδώ βρίσκεται ο μεγάλος αντίπαλος: η ακρίβεια.

Όσο η οικονομική πίεση παραμένει στην καθημερινότητα, τόσο η κυβέρνηση θα πρέπει να αποδεικνύει ότι οι εξαγγελίες της δεν είναι απλώς ένας ακόμη κύκλος μέτρων, αλλά παρεμβάσεις με μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Οι αναποφάσιστοι είναι το μεγάλο πεδίο μάχης

Στο κυβερνητικό επιτελείο δεν κοιτούν μόνο τα ποσοστά των κομμάτων. Κοιτούν κυρίως τις μετακινήσεις.

Ποιοι επιστρέφουν στη ΝΔ; Ποιοι παραμένουν αναποφάσιστοι; Ποιοι επιλέγουν κόμματα διαμαρτυρίας; Και, κυρίως, ποιο κομμάτι του εκλογικού σώματος μπορεί να αλλάξει στάση μέχρι το 2027;

Η δεξαμενή των αναποφάσιστων αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά πεδία μάχης.

Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να απευθυνθεί με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικά ακροατήρια, προβάλλοντας συγκεκριμένα τι σημαίνουν τα μέτρα για μισθωτούς, συνταξιούχους, οικογένειες, ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις.

Με άλλα λόγια, η επόμενη φάση δεν θα είναι τόσο «τι ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός», αλλά «τι παίρνει τελικά ο πολίτης».

Η αυτοδυναμία περνά μέσα από τις δημοσκοπήσεις

Παράλληλα, στο κυβερνητικό στρατόπεδο υπάρχει και ένας δεύτερος στόχος: η διατήρηση της συζήτησης γύρω από την ανάγκη σταθερής κυβέρνησης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει θέσει τον εκλογικό ορίζοντα του 2027 και έχει συνδέσει την πολιτική του στρατηγική με το επιχείρημα της κυβερνητικής σταθερότητας.

Επομένως, κάθε νέα δημοσκόπηση θα διαβάζεται και μέσα από αυτό το πρίσμα: όχι μόνο πόσο απέχει η ΝΔ από τα υπόλοιπα κόμματα, αλλά εάν το συνολικό εκλογικό τοπίο επιτρέπει στην κυβέρνηση να διατηρεί ζωντανό το αφήγημα της αυτοδυναμίας.

Η αντιπολίτευση επιχειρεί να αλλάξει την ατζέντα

Απέναντι στην κυβερνητική επιχειρηματολογία, τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιχειρούν να μεταφέρουν τη συζήτηση από τις παροχές στο πραγματικό κόστος ζωής.

Η βασική τους γραμμή είναι ότι οι κυβερνητικές εξαγγελίες δεν αρκούν για να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις που δέχονται τα νοικοκυριά.

Το ερώτημα που θέτουν είναι διαφορετικό:

Πόσο πραγματικά αλλάζει η ζωή του πολίτη και ποιος τελικά πληρώνει τον λογαριασμό;

Με αυτό το επιχείρημα η αντιπολίτευση επιχειρεί να περιορίσει την πολιτική επίδραση της ΔΕΘ και να κρατήσει στο προσκήνιο την ακρίβεια, τα εισοδήματα, τους θεσμούς και τα προβλήματα της καθημερινότητας.

Το ΠΑΣΟΚ ψάχνει χώρο, ο Τσίπρας αλλάζει τα δεδομένα

Το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη επιχειρεί παράλληλα να διατηρήσει τον ρόλο του ως αυτόνομη εναλλακτική πολιτική δύναμη, απορρίπτοντας το ενδεχόμενο συνεργασίας με τη ΝΔ και επιδιώκοντας να ενισχύσει την παρουσία του στον χώρο της αντιπολίτευσης.

Την ίδια στιγμή, η πολιτική επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα και η προσπάθεια δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα προσθέτουν έναν ακόμη παράγοντα στο ήδη σύνθετο σκηνικό.

Έτσι, η αντιπολίτευση δεν έχει απέναντί της μόνο την κυβέρνηση. Έχει και μια εσωτερική μάχη για την πολιτική εκπροσώπηση του ίδιου εκλογικού ακροατηρίου.

Και αυτό είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της σημερινής πολιτικής εικόνας: η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε μία ενιαία κομματική επιλογή.

Από τη ΔΕΘ στην καθημερινότητα

Το Μαξίμου γνωρίζει ότι η πρώτη δημοσκοπική αντίδραση δεν αρκεί.

Το πραγματικό στοίχημα ξεκινά τώρα, όταν οι εξαγγελίες θα πρέπει να περάσουν από τις δηλώσεις στην εφαρμογή.

Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να χτίσει πάνω στα μέτρα της ΔΕΘ, να τα συνδέσει με συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και να αποδείξει ότι η οικονομική πολιτική μεταφράζεται σε χειροπιαστό όφελος.

Η αντιπολίτευση, από την άλλη πλευρά, θα επιχειρήσει να αποδείξει ακριβώς το αντίθετο: ότι πίσω από τους αριθμούς και τις εξαγγελίες υπάρχει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας που εξακολουθεί να πιέζεται.

Το πραγματικό «ταμείο» θα γίνει αργότερα

Η πολιτική μάχη της επόμενης περιόδου δεν θα κριθεί από μία μόνο δημοσκόπηση.

Θα κριθεί από το εάν η κυβέρνηση καταφέρει να διατηρήσει και να διευρύνει τη δημοσκοπική της εικόνα, αλλά και από το εάν η αντιπολίτευση μπορέσει να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε συγκεκριμένη εκλογική επιλογή.

Γι’ αυτό και στο Μαξίμου αντιμετωπίζουν τις επόμενες μετρήσεις περισσότερο ως crash test παρά ως πανηγυρικό αποτέλεσμα.

Η ΔΕΘ έδωσε τον τόνο. Οι δημοσκοπήσεις θα δείξουν την πρώτη αντίδραση. Όμως ο πραγματικός λογαριασμός θα γίνει όταν ο πολίτης κληθεί να αποφασίσει εάν αυτά που άκουσε από το βήμα της Θεσσαλονίκης έγιναν τελικά αισθητά στην τσέπη και στην καθημερινότητά του.

Και μέχρι τότε, η πολιτική μάχη μόλις έχει ανοίξει.

Διαβάστε ακόμη: