Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης δικαστικού λειτουργού, κρίνοντας δυσανάλογη την πειθαρχική ποινή τρίμηνης προσωρινής παύσης που είχε επιβληθεί σε πρόεδρο Εφετών.
Η απόφαση εκδόθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου και αφορά υπόθεση Έλληνα δικαστή, ο οποίος το 2018, έπειτα από 31 χρόνια υπηρεσίας, δεν προήχθη στον βαθμό του Αρεοπαγίτη. Κατά τη συζήτηση προσφυγής του στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ανώτατοι δικαστές είχαν διατυπώσει κρίσεις σε βάρος του, τις οποίες ο ίδιος θεωρούσε ανακριβείς.
Μεταξύ άλλων, είχε αναφερθεί ότι ο δικαστής είχε προκαλέσει την οργή συναδέλφου του λόγω αποφάσεων σε εργατικές διαφορές, παρότι, σύμφωνα με όσα υποστήριξε, δεν είχε υπηρετήσει σε εργατικό τμήμα. Είχαν επίσης διατυπωθεί ισχυρισμοί ότι έγραφε ο ίδιος τόσο τις πλειοψηφίες όσο και τις μειοψηφίες σε αποφάσεις και ότι είχε εξυβρίσει γραμματέα μέσα στο ακροατήριο.
Για το τελευταίο περιστατικό, η Επιθεώρηση των δικαστηρίων εξέτασε δικαστές, εισαγγελέα και δικηγόρους που ήταν παρόντες και διαπίστωσε ότι το επεισόδιο δεν είχε συμβεί με τον τρόπο που είχε περιγραφεί.
ΕΔΔΑ: Παραβιάστηκε η ελευθερία έκφρασης Έλληνα δικαστή
Ο πρόεδρος Εφετών αντέδρασε αποστέλλοντας εξώδικες δηλώσεις σε τρεις συναδέλφους του. Σε αυτές αμφισβητούσε την ακρίβεια όσων είχαν ειπωθεί σε βάρος του, χαρακτήριζε κάποιες από τις αναφορές ψευδείς και συκοφαντικές και ζητούσε την ανάκλησή τους.
Η κίνησή του οδήγησε σε πειθαρχική διαδικασία, στο τέλος της οποίας του επιβλήθηκε προσωρινή παύση τριών μηνών. Η ποινή συνοδεύτηκε από απώλεια αποδοχών και καταχωρίστηκε στον υπηρεσιακό του φάκελο. Ο δικαστής προσέφυγε στη συνέχεια στο ΕΔΔΑ, υποστηρίζοντας ότι είχε παραβιαστεί το δικαίωμά του στην ελευθερία της έκφρασης.
Το Δικαστήριο του Στρασβούργου τον δικαίωσε ομόφωνα, διαπιστώνοντας παραβίαση του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Στην απόφαση επισημαίνεται ότι οι επίμαχες δηλώσεις δεν είχαν δημοσιοποιηθεί στον Τύπο ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά είχαν αποσταλεί στους άμεσα ενδιαφερομένους. Το γεγονός ότι επιδόθηκαν μέσω δικαστικού επιμελητή και κοινοποιήθηκαν στον υπουργό Δικαιοσύνης δεν τις καθιστούσε δημόσιες.
Το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι ορισμένες από τις διατυπώσεις του δικαστή ήταν έντονες ή ακόμη και υπερβολικές, έκρινε όμως ότι δεν ξεπέρασαν τα επιτρεπτά όρια της ελευθερίας της έκφρασης. Παράλληλα, οι χαρακτηρισμοί του κρίθηκε ότι είχαν επαρκή πραγματική βάση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην τρίμηνη παύση, η οποία χαρακτηρίστηκε σοβαρή κύρωση, ικανή να επηρεάσει την επαγγελματική εξέλιξη του δικαστή και να λειτουργήσει αποτρεπτικά ως προς την άσκηση κριτικής στο μέλλον.
Το Δικαστήριο έκρινε ακόμη ότι τα ελληνικά πειθαρχικά όργανα δεν έκαναν την απαιτούμενη στάθμιση μεταξύ της προστασίας του κύρους της Δικαιοσύνης και του δικαιώματος του δικαστή να υπερασπιστεί την επαγγελματική του υπόληψη.
Στον προσφεύγοντα επιδικάστηκαν 5.211 ευρώ για απώλεια αποδοχών, 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη, καθώς και δικαστικά έξοδα.

