Η Ελλάδα του 2026 βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με το αδιάκοπο déjà vu της διαφθοράς, βιώνοντας μια θεσμική πραγματικότητα όπου η ατιμωρησία των ισχυρών τείνει να παγιωθεί ως κανόνας.
Από το πρόσφατο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ με τις εικονικές κατανομές εκτάσεων, το οποίο η Ευρωπαία Εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι ερευνά σε βάθος απειλώντας να αγγίξει ακόμα και την ανώτατη πολιτική ηγεσία, μέχρι την υπόθεση της Novartis που παραμένει μια ανεπούλωτη πληγή χωρίς ουσιαστική δικαστική κάθαρση στην εγχώρια σκηνή, το μοτίβο επαναλαμβάνεται.
Ωστόσο, πίσω από τις σύγχρονες αυτές υποθέσεις προηγήθηκε το σκάνδαλο της Siemens, η μητέρα όλων των σκανδάλων της Μεταπολίτευσης, που συνεχίζει μέχρι σήμερα να παράγει δικαστικές και πολιτικές αναταράξεις.
Το σκάνδαλο των μαύρων ταμείων της γερμανικής πολυεθνικής και οι δωροδοκίες εκατομμυρίων προς στελέχη του ΟΤΕ και πολιτικά πρόσωπα αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση συγκάλυψης στη νεότερη ιστορία.
Η καθυστερημένη έναρξη της δίκης οδήγησε το 2022 στην απαλλαγή των κατηγορουμένων λόγω παραγραφής, αφήνοντας την κοινωνία με την πικρή αίσθηση της ατιμωρησίας, την ίδια στιγμή που το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής το 2011 ανέβαζε τη συνολική ζημία του Δημοσίου στα δύο δισεκατομμύρια ευρώ.
Οι εξελίξεις στα μέσα του Αυγούστου του 2026 επανέφεραν το θέμα στο προσκήνιο με τον πιο ηχηρό τρόπο. Το Εφετείο του Μονάχου απέρριψε την αγωγή του ΟΤΕ, με την οποία ο οργανισμός διεκδικούσε 67 έως 68 εκατομμύρια ευρώ από τη Siemens για τις προγραμματικές συμφωνίες του 1998.
Το γερμανικό δικαστήριο, αν και αναγνώρισε την ύπαρξη δωροδοκιών, έκρινε προκλητικά ότι αυτές δεν επηρέασαν τις τιμές, βασιζόμενο στη μαρτυρία του τότε επικεφαλής των μαύρων ταμείων της εταιρείας. Η απόφαση αυτή λειτουργεί ως μια πραγματική γερμανική ταφόπλακα στις αξιώσεις του ΟΤΕ, την ίδια ώρα που η διοίκηση του οργανισμού, υπό την ομπρέλα πλέον της Deutsche Telekom, επιδεικνύει μια αδικαιολόγητη αδράνεια.
Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το μέτωπο του παλαιότερου σκανδάλου των ψηφιακών παροχών της περιόδου 1992-1994, που αφορά το καρτέλ Siemens και Intracom.
Ενώ η αστική αξίωση του ΟΤΕ ύψους 28 εκατομμυρίων ευρώ κατά της Siemens έχει φτάσει στον Άρειο Πάγο μετά την άρνηση του Εφετείου να μπει στην ουσία της υπόθεσης, η αντίστοιχη διεκδίκηση κατά της Intracom παραμένει ξεχασμένη στα συρτάρια των νομικών υπηρεσιών του οργανισμού.
Η συνολική στάση της Πολιτείας και της διοίκησης του ΟΤΕ απέναντι στις διεκδικήσεις αυτές εγείρει σοβαρότατα ηθικά και θεσμικά ερωτήματα.
Η ιστορική προνομιακή σχέση του Μιχάλη Χριστοφοράκου με τα πολιτικά πρόσωπα, αν και δεν κατέληξαν σε ποινικές καταδίκες, αφήνουν βαριές σκιές στον δημόσιο βίο.
Όταν η κυβέρνηση επικαλείται τη σταθερότητα αλλά επιτρέπει τη δικονομική αδράνεια να οδηγεί σε παραγραφές, η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς καταρρέει.
Η εξάντληση κάθε ένδικου μέσου στη Γερμανία και η άμεση ενεργοποίηση των αγωγών στην Ελλάδα αποτελούν τη μόνη οδό ώστε ο ΟΤΕ και η ελληνική δικαιοσύνη να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, αποδεικνύοντας ότι η συγκάλυψη δεν είναι τελικά η μόνη θεσμική επιλογή.
Διαβάστε ακόμη:
- Πώς ένας εργολαβικός δάκτυλος επιδιώκει να αποδομήσει τον ανταγωνισμό!
- Από τις προσδοκίες για γενναία μέτρα στα ψίχουλα για τους ελεύθερους επαγγελματίες
- Οι 4 ενδείξεις που προβλέπουν ότι ένα ζευγάρι πάει «φουλ» για διαζύγιο
- Vergos Auctions: Διαδικτυακή φθινοπωρινή δημοπρασία με 169 έργα Νεοελληνικής Τέχνης