Δεν μπορεί ακόμη να κοιμηθεί. Οι εικόνες από τη νύχτα της φονικής πυρκαγιάς στο Κραν Μοντανά την 1η Ιανουαρίου επιστρέφουν ξανά και ξανά.
«Βλέπω συνεχώς τα πρόσωπα των νεκρών, ανθρώπων που είχα εξυπηρετήσει. Η μυρωδιά έχει μείνει στη μύτη μου», κατέθεσε στους ανακριτές η 25χρονη Λουίζ, κατά την ακρόασή της στις 8 Ιανουαρίου, σύμφωνα με το BFMTV.

Η νεαρή Γαλλίδα είναι η μοναδική εργαζόμενη που βγήκε από τη φωτιά χωρίς σωματικά τραύματα. Από την πυρκαγιά έχασαν τη ζωή τους τρία μέλη του προσωπικού: ο Ματέο, DJ του καταστήματος, η Σιάν Πανίν και ο Στέφαν, υπάλληλος ασφαλείας.

Πώς ξεκίνησε η τραγωδία

Στην κατάθεσή της, η Λουίζ ανέφερε ότι εκείνο το βράδυ εργαζόταν στο κάτω επίπεδο μαζί με την Άμπερ. Στο ισόγειο βρίσκονταν ο Γκαετάν και ο Μάθιου στο μπαρ, ενώ η Σιάν είχε αναλάβει τον έλεγχο της εισόδου. Παρούσα ήταν και η συνιδιοκτήτρια του καταστήματος, Τζέσικα Μορέτι, η οποία διαχειριζόταν τη βραδιά και τις κρατήσεις.

«Δεν υπήρχε πολύς κόσμος», θυμάται η Λουίζ, η οποία είχε προσληφθεί μόλις τρεις εβδομάδες νωρίτερα. Λίγο μετά τη 1:10 τα ξημερώματα, μια μεγάλη παρέα που είχε παραγγείλει περίπου δώδεκα μπουκάλια έδωσε το σύνθημα για το καθιερωμένο σόου με πυροτεχνήματα εσωτερικού χώρου.

Οι υπάλληλοι, φορώντας μάσκες, άναψαν τα βεγγαλικά ταυτόχρονα, ενώ η μουσική ανέβηκε στη μέγιστη ένταση. Μπροστά βρισκόταν η Σιάν, ανεβασμένη στους ώμους του Μάθιου – μια πρακτική που, όπως είπε, είχε εφαρμοστεί και στο παρελθόν.

«Χάθηκαν 30 με 35 δευτερόλεπτα»

Όπως κατέθεσε η Λουίζ, η φωτιά ξεκίνησε σχεδόν αμέσως. Οι σπινθήρες από τα πυροτεχνήματα προκάλεσαν ανάφλεξη στις ηχομονωτικές επιφάνειες της οροφής.
«Χάθηκαν 30 με 35 δευτερόλεπτα. Με τη μουσική τόσο δυνατά, κανείς δεν άκουγε. Είχαμε γυρισμένη την πλάτη και δεν βλέπαμε τι συνέβαινε», ανέφερε.

Όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο, ήταν ήδη αργά. «Σκέφτηκα να περάσω πίσω από το μπαρ για νερό, αλλά όλα είχαν πάρει φωτιά». Άρχισε να φωνάζει «βγείτε όλοι έξω!» και έτρεξε προς την έξοδο, καταφέρνοντας να διαφύγει κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή.

«Ήταν κόλαση»

Έξω από το κατάστημα, η εικόνα ήταν χαοτική. «Μου φάνηκε ότι οι πυροσβέστες άργησαν πολύ να φτάσουν», κατέθεσε. Ακολούθησε σκηνικό πανικού, με τραυματίες παντού. Το απέναντι μπαρ, το “1900”, μετατράπηκε σε πρόχειρο κέντρο πρώτων βοηθειών.

«Υπήρχαν άνθρωποι με εγκαύματα παντού. Η μυρωδιά… και οι καθρέφτες. Έβλεπαν το είδωλό τους και ούρλιαζαν», είπε. Η ίδια προσπάθησε να βοηθήσει, μεταφέροντας νερό και πυροσβεστήρες, μέσα σε απόλυτο χάος.

Καταθέσεις που αποκαλύπτουν κενά ασφαλείας

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η κατάθεση της Λουίζ για τα μέτρα ασφαλείας. Όπως είπε, δεν είχε λάβει καμία οδηγία για το τι πρέπει να κάνει σε περίπτωση πυρκαγιάς. Για πυροσβεστήρες, δήλωσε ότι «νομίζω υπήρχε ένας στον πάνω όροφο», ενώ για το κάτω επίπεδο δεν γνώριζε.

Αντίστοιχα, δεν είχε λάβει ποτέ οδηγίες για τη χρήση πυροτεχνημάτων. Μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα εργασίας, είχε ήδη δει δύο φορές συναδέλφους να μεταφέρουν μπουκάλια με αναμμένα βεγγαλικά, ανεβασμένοι στους ώμους άλλου εργαζομένου.

Επτά ημέρες μετά την τραγωδία, η νεαρή γυναίκα κατέρρευσε συναισθηματικά κατά την κατάθεσή της, σύμφωνα με τους αστυνομικούς.

«Σωματικά αλώβητη, ψυχικά συντετριμμένη»

Σήμερα, η Άμπερ, ο Γκαετάν και ο Μάθιου νοσηλεύονται με σοβαρά τραύματα. Η Λουίζ, αν και δεν φέρει εγκαύματα, δηλώνει «συντετριμμένη και σοκαρισμένη».

Η μαρτυρία της αποτελεί πλέον κεντρικό στοιχείο της έρευνας, φωτίζοντας τις συνθήκες που οδήγησαν σε μία από τις πιο πολύνεκρες τραγωδίες των τελευταίων ετών σε χιονοδρομικό θέρετρο της Ελβετίας.

Διαβάστε ακόμη: