Έμμεση παραδοχή ότι ο κλάδος τροφίμων και ποτών βρίσκεται κάτω από τις ενεργειακές πιέσεις και τις ανατιμήσεις των πρώτων υλών αποτέλεσε η παρουσία του υπουργού οικονομίας κ. Πιερρακάκη στην ετήσια Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ). Ταυτόχρονα αποτελεί μία από τις ισχυρότερες βιομηχανίες της χώρας που συνεισφέρει πάρα πολύ στην ελληνική οικονομία.
Η Ελληνική Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών είναι ο μεγαλύτερος κλάδος της ελληνικής Μεταποίησης με κύκλο εργασιών 26,2 δισ. ευρώ
- Συμβάλλει ουσιαστικά στην παραγωγική δυναμική της χώρας, με επενδύσεις 7,2 δισ. ευρώ την τελευταία δεκαετία
- Αποτελεί τον μεγαλύτερο εργοδότη της Μεταποίησης, με περισσότερες από 160.000 άμεσες θέσεις εργασίας, τις οποίες ενισχύει σταθερά
- Διαχρονικά συνιστά μία από τις σημαντικότερες εξαγωγικές δυνάμεις της χώρας, με τα ελληνικά προϊόντα τροφίμων και ποτών να καταγράφουν εξαγωγές ύψους 7,4 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 15% των συνολικών εξαγωγών της Ελλάδας
Οι 4 παράμετροι που επηρεάζουν την πορεία του κλάδου είναι :
Πρώτον και σημαντικότερο: η ενέργεια.
“Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες, και ιδιαίτερα ενεργοβόροι κλάδοι όπως ο δικός σας, συνεχίζουν να λειτουργούν με ενεργειακό κόστος αισθητά υψηλότερο από αυτό που αντιμετωπίζουν οι ανταγωνιστές τους σε άλλες μεγάλες οικονομίες, όπως είναι οι ΗΠΑ. Αυτό δημιουργεί μια διαρθρωτική πίεση στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής.
Γι’ αυτό και απαιτείται μια πιο ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή απάντηση: περισσότερες διασυνδέσεις σίγουρα, καλύτερος συντονισμός, επιτάχυνση της παραγωγής καθαρής ενέργειας και βαθύτερη ενοποίηση της ενεργειακής αγοράς.
Έχουμε ήδη άλλωστε πολύ σημαντικές ασυμμετρίες ανάμεσα στα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το να κατακτήσουμε, να αποκτήσουμε μια πραγματική ενεργειακή Ένωση είναι κάτι το οποίο θα είναι θεμελιώδες και για την ευρωπαϊκή βιομηχανία – και εγώ θα πω ευρύτερα – για την οικονομία.”
Δεύτερον: οι πρώτες ύλες και οι κρίσιμες αλυσίδες αξίας.
“Τα τελευταία χρόνια, από την πανδημία μέχρι τις γεωπολιτικές εντάσεις, αναφερθήκατε σε αυτό πριν, έγινε σαφές πόσο ευάλωτες μπορούν να γίνουν οι αλυσίδες εφοδιασμού. Από τις πρώτες ύλες και τις συσκευασίες μέχρι τα βιομηχανικά υλικά και τα ανταλλακτικά, η Ευρώπη καλείται να ενισχύσει την ανθεκτικότητα και τη στρατηγική της αυτονομία σε κρίσιμους τομείς, χωρίς βεβαίως να απομακρυνθεί από τις αρχές του ανοιχτού εμπορίου.”
Τρίτον: η ανάγκη απλοποίησης του ρυθμιστικού περιβάλλοντος.
Υπάρχουν πολλοί φιλόδοξοι στόχοι που έχουν τεθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αυτό καλώς έχει γίνει. Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή στο συνολικό βάρος συμμόρφωσης που δημιουργείται για τις επιχειρήσεις, ειδικά για τις μεσαίες βιομηχανίες. Από τη συσκευασία και τη σήμανση μέχρι τις υποχρεώσεις reporting και βιωσιμότητας, είναι σημαντικό οι κανόνες να παραμένουν εφαρμόσιμοι και λειτουργικοί στην πράξη.
Και τέταρτον: η πρόσβαση σε κεφάλαια.
Εδώ μιλάμε για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η συνολική καταγραφή είναι ότι η Ευρώπη διαθέτει υψηλές αποταμιεύσεις, αλλά ταυτόχρονα εξακολουθεί να δυσκολεύεται να κατευθύνει επαρκή επενδυτικά κεφάλαια προς την πραγματική οικονομία και προς τις παραγωγικές επιχειρήσεις. Γι’ αυτό και αυτή η συζήτηση για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων αποκτά ιδιαίτερη μεγάλη σημασία, ειδικά για τις μεσαίες επιχειρήσεις που σήμερα βασίζονται κυρίως στον τραπεζικό δανεισμό.