Ο Λευκός Οίκος και οι αμερικανικές διωκτικές αρχές υποστήριζαν επί χρόνια ότι η Βενεζουέλα λειτουργούσε ως ναρκωκράτος, με τον πρόεδρό της, Νικολάς Μαδούρο, να παρουσιάζεται ως ναρκωτρομοκράτης και επικεφαλής διεθνούς εγκληματικού δικτύου. Αλήθεια ή πολιτικό πρόσχημα; Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό, ωστόσο τα στοιχεία που επικαλέστηκε η Ουάσινγκτον συνθέτουν ένα σκοτεινό και πολυσύνθετο σκηνικό.

Το αφήγημα Τραμπ και το «δόγμα Μονρόε»

Στις δημόσιες τοποθετήσεις του για την στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε ωμός και ξεκάθαρος. Επικαλέστηκε τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών», αναβίωσε το δόγμα Μονρόε και χαρακτήρισε τον Μαδούρο άμεση απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, υποστηρίζοντας εμμέσως ότι η επέμβαση συνιστούσε πράξη αυτοάμυνας.

Παράλληλα, έθεσε ανοιχτά στο τραπέζι και το ζήτημα της εκμετάλλευσης των τεράστιων πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας, στοιχείο που ενίσχυσε τις κατηγορίες περί γεωπολιτικών και οικονομικών κινήτρων πίσω από την επιχείρηση.

Το Cartel de los Soles και οι κατηγορίες

Σύμφωνα με ομοσπονδιακή έρευνα των ΗΠΑ το 2020, ο Μαδούρο φερόταν να βρίσκεται στον πυρήνα του Cartel de los Soles – ενός δικτύου κρατικής διαφθοράς στο οποίο, κατά τις αμερικανικές αρχές, εμπλέκονταν:

  • ανώτατοι στρατιωτικοί που επέβλεπαν διαδρομές διακίνησης κοκαΐνης,
  • κυβερνητικοί αξιωματούχοι που έλεγχαν λιμάνια, αεροδρόμια και σύνορα,
  • στελέχη των μυστικών υπηρεσιών που «εξουδετέρωναν εμπόδια»,
  • επιχειρηματίες που φέρονταν να ξεπλένουν μαύρο χρήμα.

Παρότι η Ουάσινγκτον απέσυρε αργότερα τον όρο «καρτέλ», μιλώντας για δίκτυο κρατικής διαφθοράς, το περιεχόμενο των κατηγοριών παρέμεινε ουσιαστικά το ίδιο.

Οι αντάρτες, τα καρτέλ και οι διαδρομές της κόκας

Οι ΗΠΑ συνέδεαν επίσης το καθεστώς Μαδούρο με συνεργασία με τις FARC της Κολομβίας, αλλά και με διεθνή εγκληματικά δίκτυα, όπως το καρτέλ της Σιναλόα. Η Βενεζουέλα, αν και δεν είναι χώρα παραγωγής κοκαΐνης, φέρεται να λειτουργούσε ως κομβικός διάδρομος διέλευσης προς τη Βόρεια Αμερική.

Ιδιαίτερη μνεία γινόταν και στη συμμορία Tren de Aragua, η οποία ξεκίνησε τη δράση της μέσα από φυλακές της Βενεζουέλας και εξελίχθηκε σε πολυεθνική εγκληματική οργάνωση.

Οι οικογενειακές υποθέσεις και οι «ναρκωανιψιοί»

Το αφήγημα της Ουάσινγκτον ενισχύθηκε από τη σύλληψη, το 2015, δύο ανιψιών της συζύγου του Μαδούρο με 800 κιλά κοκαΐνης, οι οποίοι καταδικάστηκαν στις ΗΠΑ και αργότερα απελευθερώθηκαν στο πλαίσιο ανταλλαγής κρατουμένων. Η υπόθεση αυτή θεωρήθηκε ενδεικτική της διαπλοκής οικογενειακών και κρατικών κύκλων με το οργανωμένο έγκλημα.

Πολιτική ανατροπή ή διεθνές προηγούμενο;

Για τους επικριτές της αμερικανικής επέμβασης, όλα τα παραπάνω αποτέλεσαν νομικό και επικοινωνιακό άλλοθι για την ανατροπή ενός ανεπιθύμητου καθεστώτος. Για την Ουάσινγκτον, συνιστούσαν απόδειξη ότι η Βενεζουέλα είχε μετατραπεί σε κρατικό μηχανισμό εξυπηρέτησης του λαθρεμπορίου ναρκωτικών.

Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση Μαδούρο δεν αφορά μόνο τη Βενεζουέλα. Αγγίζει τα όρια του Διεθνούς Δικαίου, τα κριτήρια της «αυτοάμυνας» και το κατά πόσο η καταπολέμηση των ναρκωτικών μπορεί να χρησιμοποιείται ως μοχλός γεωπολιτικής επέμβασης.

Διαβάστε ακόμη: