Την εκτίμηση ότι τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια μπορούν να «αντέξουν» την αναταραχή στην αγορά ομολόγων εκφράζουν οι αναλυτές της UBS, παρά τις νέες πιέσεις στους κρατικούς τίτλους, καθώς οι επενδυτές δεν έχουν πειστεί από την προσπάθεια της Marine Le Pen να ενισχύσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία του κόμματός της με προτάσεις για μείωση του γαλλικού δημοσιονομικού ελλείμματος από το 5,4% φέτος στο 3,7% το 2027 και στο 2,2% το 2032.
Παρότι η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου ξεπερνά εκ νέου το 4,9% και κινείται κοντά στο υψηλό 24 ετών του 4,994% που σημειώθηκε την περασμένη Παρασκευή, η UBS δεν θεωρεί ότι οι τελευταίες κινήσεις στην αγορά σηματοδοτούν κάποια επικείμενη κρίση χρηματοδότησης.
Οι υψηλότερες αποδόσεις βελτιώνουν τις προοπτικές απόδοσης των ομολόγων, ενώ και τα χρηματιστήρια μπορούν να «αντέξουν», με δεδομένη τη βελτίωση των εσόδων των εταιρειών, την ισχυρή αύξηση των κερδών τους αλλά και τη διαρθρωτική επενδυτική ζήτηση.
Ειδικότερα, όπως σημειώνει η UBS, η βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας και ένα πιο ευνοϊκό νομισματικό περιβάλλον αναμένεται να στηρίξουν την αύξηση των εσόδων των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Οι δείκτες υπευθύνων προμηθειών (PMI) του Σεπτεμβρίου ήταν ισχυροί διεθνώς, ενώ οι έρευνες του IFO στη Γερμανία ενισχύουν την άποψη ότι υπάρχει ισχυρή υποκείμενη ζήτηση. Την ίδια στιγμή, η επίδραση της νομισματικής ισοτιμίας γίνεται από δυσμενής, ευνοϊκή. Μετά από τρία χρόνια στασιμότητας των κερδών, η μεταποιητική δραστηριότητα επιστρέφει στην ανάπτυξη και οι επενδύσεις επιταχύνονται, κάτι που σημαίνει ότι τα έσοδα θα γίνουν ένας πιο σημαντικός μοχλός για την εταιρική κερδοφορία.
Την ίδια στιγμή, οι υποδομές τεχνητής νοημοσύνης και άλλες διαρθρωτικές επενδύσεις αναμένεται να παραμείνουν σχετικά ανθεκτικές στο υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης και ενέργειας. Αυξημένη επενδυτική ζήτηση αναμένεται επίσης στην ηλεκτροκίνηση και την άμυνα. Οι κλάδοι αυτοί αντισταθμίζουν την ασθενέστερη ζήτηση σε άλλα τμήματα της αγοράς, που είναι πιο ευαίσθητα στις τιμές και στραμμένα προς τον καταναλωτή.
Κατόπιν τούτων, η UBS εκτιμά ότι η βελτίωση του momentum των εταιρικών κερδών θα αμβλύνει τις επιπτώσεις που έχουν οι ελαφρώς υψηλότερες αποδόσεις στις αποτιμήσεις των μετοχών.
Έπειτα από τα ισχυρά αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου, ο οίκος αναβάθμισε την πρόβλεψή του για την αύξηση των κερδών στην Ευρωζώνη το 2026, από το 10% στο 15%, ενώ διατηρεί την εκτίμηση για αύξηση 15% το 2027.
Παρόλο που οι αναλυτές αναμένουν νέα αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι οι μετοχές μπορούν να αντεπεξέλθουν. Στις 10 τελευταίες περιόδους σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής, οι ευρωπαϊκές μετοχές κατέγραψαν άνοδο κατά μέσο όρο 5% έπειτα από έξι μήνες και 14% έπειτα από 12 μήνες από την αρχική κίνηση πολιτικής. Όταν τα υψηλότερα επιτόκια συνδυάζονται με ανθεκτική οικονομική δραστηριότητα, η αύξηση των κερδών μπορεί να υπερκαλύψει τις επιπτώσεις των υψηλότερων επιτοκίων, σημειώνουν οι αναλυτές.
Στο πλαίσιο αυτό, η UBS διατηρεί την θετική της στάση τόσο απέναντι στα ομόλογα όσο και στα χρηματιστήρια της Ευρωζώνης. Ο οίκος ξεχωρίζει τον κλάδο της πληροφορικής, τη βιομηχανία, τις τράπεζες, τη γερμανική αγορά και την υγεία, ενώ εστιάζει σε εταιρείες που θεωρούνται «Ευρωπαίοι ηγέτες» και στις ελβετικές εταιρείες μεσαίας κεφαλαιοποίησης. Θετική είναι η άποψή του απέναντι στον κλάδο των προαιρετικών καταναλωτικών ειδών, αν και συστήνει πιο επιλεκτικές κινήσεις στο τμήμα της πολυτέλειας.
