Η Κεντροαριστερά αναζητά τον πολιτικό της βηματισμό, αλλά αντί να συγκροτεί έναν κοινό αντίπαλο απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, βυθίζεται σε έναν πόλεμο χαρακωμάτων με προσωπικές επιθέσεις, βαρείς χαρακτηρισμούς και αλληλοκατηγορίες. Στο επίκεντρο βρίσκονται ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης, με τη σύγκρουσή τους να ξεπερνά πλέον τα όρια μιας συνηθισμένης αντιπαράθεσης για την τακτική της αντιπολίτευσης.

Το ερώτημα είναι εύλογο: Γιατί ο πρώην πρωθυπουργός, ο οποίος επιχειρεί να επανατοποθετηθεί στο πολιτικό σκηνικό, επιλέγει να ανοίξει τόσο σκληρό μέτωπο με το ΠΑΣΟΚ; Και γιατί η Χαριλάου Τρικούπη αντιμετωπίζει την κινητικότητα γύρω από τον Τσίπρα ως απειλή που απαιτεί άμεση και επιθετική απάντηση;

Η απάντηση βρίσκεται, σε μεγάλο βαθμό, στον ανταγωνισμό για την ηγεμονία στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Οι δημοσκοπήσεις, οι οποίες δεν αποτυπώνουν μέχρι στιγμής μια σταθερή και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία κάποιου από τους δύο πόλους, μετατρέπουν κάθε ποσοστιαία μεταβολή σε πολιτικό γεγονός. Η μάχη δεν αφορά μόνο το ποιος θα καταλάβει τη δεύτερη θέση, αλλά και το ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο στη διαμόρφωση της επόμενης ημέρας στον προοδευτικό χώρο.

Το δημοσκοπικό άγχος και η μάχη για τους ίδιους ψηφοφόρους

Η εικόνα των μετρήσεων δημιουργεί ένα περιβάλλον διαρκούς πίεσης. Σε δημοσκοπήσεις των προηγούμενων μηνών, η υπό διαμόρφωση πολιτική κίνηση του Τσίπρα εμφανίστηκε σε ορισμένες περιπτώσεις να διεκδικεί τη δεύτερη θέση, με το ΠΑΣΟΚ να ακολουθεί σε μικρή απόσταση. Τα συγκεκριμένα ευρήματα δεν αποτελούν από μόνα τους ασφαλή πρόβλεψη για την εκλογική έκβαση, αποτυπώνουν όμως το μέγεθος του ανταγωνισμού που αναπτύσσεται.

Για τον Ανδρουλάκη, το κρίσιμο στοίχημα είναι να αποδείξει ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί να εκφράσει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και να αποτελέσει τον βασικό πόλο απέναντι στην κυβέρνηση. Η επιδίωξη αυτή δυσκολεύει όταν ένα νέο πολιτικό εγχείρημα επιχειρεί να προσελκύσει ψηφοφόρους που κινούνται στον ίδιο ιδεολογικό και εκλογικό χώρο.

Για τον Τσίπρα, από την άλλη πλευρά, η επιστροφή δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην προσωπική του παρουσία ή στην κριτική προς την κυβέρνηση. Χρειάζεται να διαμορφώσει διακριτή πολιτική ταυτότητα και να εξηγήσει γιατί η δική του πρόταση μπορεί να συγκεντρώσει δυνάμεις που σήμερα παραμένουν κατακερματισμένες.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της σύγκρουσης: ΠΑΣΟΚ και Τσίπρας δεν απευθύνονται σε δύο εντελώς διαφορετικά ακροατήρια. Διεκδικούν, σε σημαντικό βαθμό, κοινές δεξαμενές ψηφοφόρων, στελεχών και πολιτικής επιρροής. Όσο δεν ξεκαθαρίζει ο συσχετισμός δυνάμεων, τόσο μεγαλώνει ο πειρασμός της επιθετικής ρητορικής.

ΣΥΡΙΖΑ: Επικίνδυνη στροφή προς το ακραίο ακροατήριο και τον «πολακισμό»

Ο Καρτερός, οι χαρακτηρισμοί και η απευθείας επίθεση στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ

Η τελευταία έκρηξη ήρθε με το άρθρο του Θανάση Καρτερού στην «Εφημερίδα των Συντακτών», στο οποίο ο αρθρογράφος έθεσε, με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο, το ερώτημα αν ο Νίκος Ανδρουλάκης ενεργεί από πολιτική αδυναμία ή ακολουθεί συνειδητή στρατηγική απέναντι στον Τσίπρα. Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιήθηκαν προκάλεσαν την έντονη αντίδραση της Χαριλάου Τρικούπη και μετέφεραν την αντιπαράθεση από το πεδίο των πολιτικών επιλογών σε εκείνο της προσωπικής σύγκρουσης.

Το ΠΑΣΟΚ απάντησε με επίθεση στον πρώην πρωθυπουργό, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να αποστασιοποιείται από τις παρεμβάσεις προσώπων του περιβάλλοντός του. Παράλληλα, διατύπωσε βαριές κατηγορίες για διαδικτυακές επιθέσεις εναντίον του κόμματος και κάλεσε τον Τσίπρα να αναλάβει ο ίδιος την πολιτική ευθύνη της αντιπαράθεσης.

Οι κατηγορίες αυτές αποτελούν ισχυρισμούς της Χαριλάου Τρικούπη και δεν πρέπει να συγχέονται με αποδεδειγμένα γεγονότα. Πολιτικά, ωστόσο, η σημασία τους είναι σαφής: το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να συνδέσει τον πρώην πρωθυπουργό με τη στρατηγική και τη ρητορική των υποστηρικτών του, καθιστώντας τον άμεσα υπεύθυνο για την κλιμάκωση.

Από την άλλη πλευρά, η κριτική του Καρτερού εδράζεται στην αντίληψη ότι η άρνηση συνεννόησης με τον Τσίπρα και η δημόσια αντιπαράθεση μαζί του κατακερματίζουν περαιτέρω τον προοδευτικό χώρο. Πρόκειται για δύο διαφορετικές πολιτικές αναγνώσεις, οι οποίες πλέον συγκρούονται ανοιχτά.

Υπουργοί απέναντι σε υπουργούς, βουλευτές απέναντι σε κυβερνητικούς

Το δίλημμα των συνεργασιών και η σκιά της Νέας Δημοκρατίας

Πίσω από τους χαρακτηρισμούς βρίσκεται ένα βαθύτερο ερώτημα: Τι σημαίνει στην πράξη η στρατηγική της αυτόνομης πορείας του ΠΑΣΟΚ και ποια περιθώρια συνεργασίας θα υπάρχουν μετά τις εκλογές;

Η Χαριλάου Τρικούπη επιμένει ότι θέλει να διεκδικήσει αυτοτελώς τον ρόλο του βασικού αντιπάλου της ΝΔ. Η πλευρά Τσίπρα, αντιθέτως, αντιμετωπίζει την άρνηση συνεννόησης ως επιλογή που μπορεί να διαιωνίσει τον κατακερματισμό και να διευκολύνει την κυβερνητική παράταξη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μια συνεργασία είναι αυτονόητη ή ότι οι διαφορές των δύο πλευρών μπορούν να παρακαμφθούν με μια πολιτική συμφωνία κορυφής. Οι διαφωνίες αφορούν την ηγεσία, την αξιοπιστία, το κυβερνητικό παρελθόν, την πολιτική φυσιογνωμία και το πρόγραμμα. Το ενδεχόμενο σύμπλευσης δεν εξαρτάται μόνο από την αριθμητική των εδρών, αλλά και από το κατά πόσο οι δύο πλευρές μπορούν να συμφωνήσουν σε κοινή κατεύθυνση.

Το ΠΑΣΟΚ, επομένως, έχει λόγους να φοβάται ότι μια νέα πρωτοβουλία Τσίπρα μπορεί να αμφισβητήσει τον ρόλο που επιχειρεί να κατοχυρώσει. Αντίστοιχα, ο πρώην πρωθυπουργός έχει λόγους να μην αποδεχθεί εκ των προτέρων ότι η Χαριλάου Τρικούπη θα αποτελεί τον αποκλειστικό εκφραστή της αντιπολίτευσης.

ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ χαρίζουν το Κέντρο στη Νέα Δημοκρατία - Ο Μητσοτάκης τρίβει τα χέρια του με τον εμφύλιο Ανδρουλάκη – Τσίπρα και απλά ...παρακολουθεί

Ποιος θα πληρώσει το κόστος του εμφυλίου;

Το πολιτικό παράδοξο είναι ότι, ενώ οι δύο πλευρές υποστηρίζουν πως επιδιώκουν την πολιτική αλλαγή, η δημόσια αντιπαράθεσή τους καταναλώνει πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο σε μια μάχη μεταξύ τους. Αντί να αναδεικνύονται με σαφήνεια οι προγραμματικές διαφορές τους με την κυβέρνηση, κυριαρχούν οι προσωπικές αιχμές και οι καταγγελίες για τις προθέσεις της άλλης πλευράς.

Οι χαμηλές ή ασταθείς δημοσκοπικές επιδόσεις δεν εξηγούν από μόνες τους τη σύγκρουση, εντείνουν όμως την αβεβαιότητα και κάνουν δυσκολότερη την αποδοχή συμβιβασμών. Όταν κανείς δεν έχει εξασφαλίσει την πολιτική κυριαρχία, κάθε κίνηση του αντιπάλου αντιμετωπίζεται ως απειλή για τη δική του επιβίωση και προοπτική.

Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν η αντιπαράθεση αποτελεί μια πρόσκαιρη έκρηξη ή αν προαναγγέλλει έναν μακρύ πόλεμο για την ανασύνθεση της Κεντροαριστεράς. Το βέβαιο είναι ότι το ζήτημα δεν περιορίζεται πλέον στις προσωπικές σχέσεις Τσίπρα και Ανδρουλάκη. Αφορά το ποιος θα καθορίσει την πολιτική ταυτότητα, τις συμμαχίες και την ηγεσία του χώρου.

Και όσο η μάχη για τη δεύτερη θέση μετατρέπεται σε μάχη πολιτικής επιβίωσης, το ερώτημα παραμένει: θα καταφέρουν οι δύο πλευρές να μετατρέψουν τον ανταγωνισμό σε πολιτική πρόταση ή θα εγκλωβιστούν σε έναν εμφύλιο που θα αφήσει την Κεντροαριστερά περισσότερο διαιρεμένη από ποτέ;

Διαβάστε ακόμη: