Για τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο όχι μόνο στη γεωπολιτική αλλά και στο διεθνές εμπόριο και στη δομή της παγκόσμιας οικονομίας, μίλησε ο CEO Eurobank Φωκίων Καραβίας, σε διαδικτυακό πάνελ με θέμα «Weathering the Pandemic: the emerging financial landscape in South East Europe?», που διοργάνωσε το The London School of Economics and Political Science – LSE.

Όπως υπογράμμισε ο Φωκίων Καραβίας η ενέργεια θα παραμείνει για δεκαετίες το παγκόσμιο μέγα-θέμα, σημείωσε πως ο στασιμοπληθωρισμός είναι η κύρια απειλή αυτή τη στιγμή και έκανε λόγο για απανωτά σοκ της παγκόσμιας οικονομίας, που πριν ακόμα απορροφήσει τους κραδασμούς από την πανδημική κρίση βρέθηκε αντιμέτωπη με την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

«Ποτέ πριν ολόκληρος ο κόσμος δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει μια παγκόσμια διαταραχή της κλίμακας και της εμβέλειας που αντιμετωπίσαμε στον Covid-19, μόνο για να βρεθεί στη μέση μιας αδιανόητης στρατιωτικής επίθεσης στην Ευρώπη», ανέφερε χαρακτηριστικά.

O Φωκίων Καραβίας εστίασε σε τρία σημεία:

Πρώτον, η μεγάλη εικόνα. Το οικονομικό τοπίο της εποχής της παγκοσμιοποίησης ανήκει στο παρελθόν. Ο κόσμος γίνεται μικρότερος. Η πανδημία ήταν το έναυσμα, αλλά η γεωπολιτική επιταχύνει την απο-παγκοσμιοποίηση. Ένα μεγάλο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής θα επαναπατριστεί στη Δύση. Έρχονται ξανά επενδύσεις για λόγους εθνικής ασφάλειας. Και όλες οι μεγάλες δυνάμεις θα προσπαθήσουν να αυξήσουν τον βαθμό αυτάρκειας στα κύρια εμπορεύματα και την ενέργεια.

Δεύτερον, η ενέργεια θα παραμείνει για δεκαετίες το παγκόσμιο μέγα-θέμα. Και η στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, θα πάρει χρόνο. Ενώ η μετάβαση στο νέο περιβάλλον γίνεται πιο περίπλοκη. Ειδικά η Ευρώπη θα πρέπει να επανεκτιμήσει τις πολιτικές της και να κινηθεί γρήγορα για να γίνει λιγότερο εξαρτημένη από το ρωσικό αέριο καταφεύγοντας προσωρινά σε εγχώριες πηγές ενέργειας και πυρηνική ενέργεια. Ωστόσο, το υψηλότερο ενεργειακό κόστος φαίνεται ότι θα συνεχιστεί, τουλάχιστον για τα επόμενα χρόνια.

Ο επικεφαλής της Eurobank Φωκίων Καραβίας εκτίμησε πως οι ανεξέλεγκτες αυξήσεις τιμών θα μειωθούν, αλλά η περίοδος χαμηλού πληθωρισμού με μηδενικά ή αρνητικά επιτόκια έχει τελειώσει. «Είναι σημαντικό να βρεθεί μια ισορροπία μεταξύ της συγκράτησης του πληθωρισμού και της καταστολής της ανάπτυξης. Ο στασιμοπληθωρισμός είναι η κύρια απειλή αυτή τη στιγμή» υπογράμμισε.

Το τρίτο σημείο είναι η παγκόσμια τάση που είναι πολύ σημαντική για τον χρηματοπιστωτικό τομέα και αφορά τη μαζική χρήση της ανάλυσης δεδομένων μέσω της τεχνητής νοημοσύνης και της μηχανικής μάθησης. Μια τάση που μπορεί να αναδιαμορφώσει τον χρηματοπιστωτικό κλάδο και να επηρεάσει θετικά την παραγωγικότητα.

Δήλωσε πως παραμένει αισιόδοξος για τις προοπτικές των τραπεζών και σημείωσε αναφορικά με τα επιτόκια πως η αύξηση τους ευνοεί τις τράπεζες από την μία πλευρά.

Όμως από την άλλη θα πρέπει να μετρηθεί ποια θα είναι η επίδραση του πληθωρισμού και των υψηλότερων επιτοκίων για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Θα υπάρξουν επιπτώσεις στην ποιότητα του ενεργητικού; Ή θα μπορέσουμε να το αποφύγουμε όπως κάναμε με μεγάλη επιτυχία κατά τη διάρκεια της πανδημίας χάρη στη σημαντική δημοσιονομική ενίσχυση, ανέφερε.

Και για την Ελλάδα ανέφερε πως μετά από μια δεκαετία οικονομικής κρίσης και άνευ προηγουμένου ύφεσης, που οδήγησε σε σωρευτική συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 25%, η πανδημία χτύπησε.

Και μετά έρχεται η εισβολή στην Ουκρανία. Οι επιπτώσεις από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας και πρώτων υλών θα γίνουν σίγουρα αισθητές σε μια οικονομία που εξαρτάται κυρίως από τις εισαγωγές για ενέργεια και μεταποίηση.

Το θετικό είναι ότι οι τράπεζες κατάφεραν να μειώσουν τα κόκκινα δάνεια, σε μονοψήφιο ποσοστό φέτος. Και η Ελλάδα ήταν σε καλό δρόμο για να επιτύχει υψηλό ρυθμό ανάπτυξης και η επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα ήταν πολύ πιθανή τους επόμενους 18 μήνες.

«Τα θεμελιώδη δεν έχουν αλλάξει, ή τουλάχιστον όχι ριζικά. Η χώρα είναι σταθερή πολιτικά και οικονομικά. Υπάρχει άφθονη ρευστότητα, υπάρχει ένα σχέδιο ανάπτυξης το Greece 2.0», σημείωσε και πρότεινε πως σε « αντίθεση με τη φρενίτιδα των μέσων ενημέρωσης που βλέπουμε μερικές φορές, δεν είμαστε καταδικασμένοι και υπάρχει καλός λόγος να δούμε το ποτήρι μισογεμάτο, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα».