Το έργο της αναβάθμισης και επέκτασης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου περνά στο επόμενο στάδιο με τη γνωμοδότηση των δύο Κεντρικών Συμβουλίων (ΚΣΝΜ-ΚΑΣ) επί των οριστικών μελετών.

Οι μελέτες αποτυπώνουν συνολικά τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, τις τεχνικές παρεμβάσεις, τη μουσειολογική οργάνωση και την αναδιαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, την αρχιτεκτονική τοπίου, τον φωτισμό και την ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση, τη μουσειογραφική προσέγγιση και τη συντήρηση των αρχιτεκτονικών, λειτουργικών και διακοσμητικών στοιχείων του κτηρίου του κορυφαίου μουσείου της χώρας.

Τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του έργου έχουν αναλάβει τα γραφεία Chipperfield-Τομπάζη. Η εκπόνηση των μελετών του έργου ξεκίνησε μετά την κύρωση, τον Απρίλιο του 2024, από το Ελληνικό Κοινοβούλιο της σύμβασης χορηγίας των 40.000.000 ευρώ, εκ μέρους του Σπύρου και της Ντόροθυ Λάτση, στη μνήμη του Ιωάννη και της Εριέττας Λάτση, η οποία αφορά στη χρηματοδότηση του συνόλου των μελετών. Οι μελέτες αφορούν στο σύνολο του οικοδομικού τετραγώνου και του μουσειακού συγκροτήματος, που περιλαμβάνει και το Επιγραφικό Μουσείο, μοναδικό διεθνώς στο είδος του.

Η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θεματοφύλακες της πολιτιστικής μας κληρονομιάς σε διεθνές επίπεδο. Η αναβάθμιση και η επέκτασή του συνιστούν μια στρατηγική επένδυση στον πολιτισμό, στην επιστημονική έρευνα και στην εξωστρέφεια της χώρας. Αποτελεί ένα εμβληματικό έργο πολιτισμού, με σεβασμό στο ιστορικό μνημείο, με νέους εκθεσιακούς χώρους και τον επανασχεδιασμό του περιβάλλοντος χώρου, στην καρδιά της Αθήνας. Τον περασμένο Ιούνιο εγκρίθηκε το ειδικό πολεοδομικό σχέδιο, ενώ σε διαδικασία έγκρισης βρίσκεται και η στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Με την θετική γνωμοδότηση επί των οριστικών μελετών, προχωρεί το έργο στην επόμενη φάση, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και το οικείο θεσμικό πλαίσιο.

Μενδώνη: Το νέο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο αντάξιο της μοναδικότητας των συλλογών του

Το Νέο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αντάξιο της μοναδικότητας των συλλογών του και της παγκόσμιας σημασίας τους, προσφέρει τις κατάλληλες συνθήκες για την προστασία, τη μελέτη και την ανάδειξη των αρχαιοτήτων, περισσότερες δυνατότητες για την εκπαιδευτική και ερευνητική αποστολή του, αλλά και σύγχρονες υπηρεσίες προς τους επισκέπτες του. Ταυτόχρονα, το Νέο Μουσείο αποκτά ακόμη ουσιαστική σχέση με την πόλη. Με τη δημιουργία του αναβαθμισμένου δημόσιου κήπου, αναδύεται ένας νέος χώρος συνάντησης, πρασίνου και πολιτισμού, ανοικτός προς όλους, με σεβασμό στην ιστορική φυσιογνωμία του υπάρχοντος κτηρίου-μνημείου, με επιστημονική τεκμηρίωση και με προσήλωση στην ποιότητα του σχεδιασμού.

Οι μελέτες αντιμετωπίζουν το κτηριακό συγκρότημα ως ένα σύνολο διακριτών αρχιτεκτονικών φάσεων, αναγνωρίζοντας την ιστορική τους διαδρομή και επιδιώκοντας την αρμονική συνύπαρξή τους με τις νέες παρεμβάσεις. Η δική μας ευθύνη είναι να διαφυλάξουμε και να παραδώσουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά, εμπνέοντας τις επόμενες γενιές. Ευχαριστώ όλες τις ομάδες των μελετητών και ιδιαίτερα τον David Chipperfield για την εξαιρετική συνεργασία με τα στελέχη και τη Διοίκηση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Υπουργείου Πολιτισμού, κυρίως όμως για την ποιότητα της δουλειάς τους».

Η αναβάθμιση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου σέβεται την ιστορική κληρονομιά του, εισάγοντας σύγχρονα μουσειακά πρότυπα. Δεν αφορά μόνο στην επέκταση των εγκαταστάσεών του αλλά περιλαμβάνει και την τεχνική και στατική αναβάθμιση επιμέρους χώρων, τη βελτίωση των συνθηκών έκθεσης και την αναδιοργάνωση των λειτουργιών του, με γνώμονα την προστασία του ιστορικού κτηρίου και των πολύτιμων συλλογών του. Η εξέλιξη του σχεδιασμού εντάσσεται σε μια πολυετή διαδικασία μελετών και εγκρίσεων, με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η τήρηση των προβλεπόμενων αρχαιολογικών και τεχνικών διαδικασιών, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την υλοποίηση του έργου

Η αρχιτεκτονική προσέγγιση επιδιώκει να αναδείξει τη νεοκλασική πρόσοψη του ιστορικού κτηρίου, διατηρώντας τον πρωταγωνιστικό της ρόλο και διαμορφώνοντας μια νέα σχέση ανάμεσα στο μνημείο, την επέκτασή του, το πράσινο και τον αστικό ιστό. Η πρόταση σχεδιασμού βασίζεται σε ένα ολοκληρωμένο όραμα που συνδυάζει την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς με τη δημιουργία ενός σύγχρονου, εξωστρεφούς και προσβάσιμου δημόσιου χώρου. Η στρατηγική παρεμβάσεων περιλαμβάνει την επέκταση του υφιστάμενου κτηρίου προς την οδό Πατησίων, τη δημιουργία νέας κεντρικής εισόδου και ευρύχωρης πλατείας υποδοχής, καθώς και την ανάπτυξη εσωτερικών συνδέσεων μεταξύ της επέκτασης και του ιστορικού μνημείου, με στόχο τη λειτουργία του συγκροτήματος ως ενός ενιαίου μουσείου.

Παράλληλα, προβλέπεται η δημιουργία ενός εκτεταμένου δημόσιου πάρκου με πλούσια βλάστηση, χώρους συνάντησης, αναψυχής και εστίασης, το οποίο θα προσφέρει στους κατοίκους και στους επισκέπτες έναν χώρο ανάπαυσης και επαφής με το πολιτιστικό απόθεμα της πόλης. Η διαδρομή των επισκεπτών οργανώνεται σύμφωνα με τις σύγχρονες μουσειολογικές προδιαγραφές και υποστηρίζεται από ένα ολοκληρωμένο σύνολο δημόσιων λειτουργιών, όπως κεντρικό φουαγιέ με εκδοτήρια εισιτηρίων και πληροφορίες, χώρους φύλαξης προσωπικών αντικειμένων, εγκαταστάσεις υγιεινής, εστιατόριο, πολυλειτουργικό αμφιθέατρο, πωλητήριο και χώρους περιοδικών εκθέσεων.

Από τη Νεολιθική Εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα

Η κεντρική μουσειολογική ιδέα αναπτύσσει μια συνεκτική αφήγηση της εξέλιξης του ελληνικού πολιτισμού από τη Νεολιθική Εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα, μέσα από τέσσερα επίπεδα, δύο στην επέκταση και δύο στο ιστορικό κτίριο. Ο κεντρικός άξονας λειτουργεί ως βασικό στοιχείο προσανατολισμού και οργάνωσης της έκθεσης, συνδέοντας τις διαφορετικές ιστορικές περιόδους και αναδεικνύοντας τη διαχρονική εξέλιξη της ελληνικής τέχνης και, ειδικότερα, της γλυπτικής.

Στην επέκταση, η μόνιμη συλλογή διαμορφώνεται μέσα από δύο διαφορετικές χωρικές ποιότητες: ευέλικτες αίθουσες ελεύθερης ροής, με πολλαπλές οπτικές φυγές και αξιοποίηση του φυσικού φωτισμού, και μικρότερους, πιο ελεγχόμενους εκθεσιακούς χώρους που προσφέρουν μια πιο εστιασμένη και στοχαστική εμπειρία θέασης. Ιδιαίτερη σημασία έχει το κεντρικό αίθριο με το υδάτινο στοιχείο στο υπόγειο επίπεδο, το οποίο συμβάλλει στον φυσικό φωτισμό, στον προσανατολισμό και στη δημιουργία μιας ιδιαίτερης ατμόσφαιρας.

Με αυτόν τον τρόπο, η αρχιτεκτονική παρέμβαση επιδιώκει να συνδυάσει την προστασία και ανάδειξη του ιστορικού μνημείου με τη λειτουργική αναβάθμιση του Μουσείου, προσφέροντας μια σύγχρονη, ενιαία και ολοκληρωμένη εμπειρία πολιτισμού.

 

 

 

Διαβάστε ακόμη: