Το δίμηνο Μαρτίου–Απριλίου 2026 αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα πλέον κρίσιμα χρονικά παράθυρα για την ελληνική οικονομία και το εγχώριο τραπεζικό σύστημα, καθώς συμπίπτει με τον πρώτο γύρο των ετήσιων αξιολογήσεων από τους βασικούς διεθνείς οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης που λαμβάνει υπόψη της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο πλαίσιο της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της καταλληλότητας των ενεχύρων.
Την αρχή θα κάνει ο οίκος DBRS Morningstar στις 6 Μαρτίου 2026, ανοίγοντας επίσημα τον κύκλο αξιολογήσεων για το νέο έτος. Θα ακολουθήσει ο οίκος Moody’s στις 13 Μαρτίου 2026, ο Scope Ratings στις 20 Μαρτίου 2026 και ο Standard & Poor’s στις 24 Απριλίου 2026. Ο πρώτος γύρος θα ολοκληρωθεί με την έκθεση του οίκου Fitch στις 8 Μαΐου 2026, διαμορφώνοντας ένα πυκνό ημερολόγιο κρίσιμων σταθμών για τις αγορές.
Σήμερα, με εξαίρεση τη Moody’s, η οποία έχει ήδη τοποθετήσει την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα, οι υπόλοιποι οίκοι κατατάσσουν το ελληνικό αξιόχρεο μόλις ένα σκαλοπάτι πάνω από αυτή. Παράλληλα, μόνο ο Scope Ratings διατηρεί θετικές προοπτικές, ενώ οι υπόλοιποι οίκοι κινούνται σε καθεστώς σταθερών προοπτικών, στοιχείο που περιορίζει τις πιθανότητες άμεσης αναβάθμισης στον επόμενο κύκλο αξιολογήσεων.
Στις εκθέσεις τους, οι οίκοι αναγνωρίζουν τις θετικές δημοσιονομικές επιδόσεις, τη βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας του Δημοσίου και τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος. Ωστόσο, ταυτόχρονα επισημαίνουν επίμονα τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, όπως το χαμηλό δυνητικό προϊόν, το επενδυτικό κενό και τις δημογραφικές πιέσεις, καθώς και τους καθοδικούς κινδύνους που εξακολουθούν να βαραίνουν τις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.
Υπό αυτό το πρίσμα, το δίμηνο των αξιολογήσεων δεν αναμένεται να φέρει θεαματικές ανατροπές, αλλά λειτουργεί ως ένα τεστ αξιοπιστίας για τη χώρα και τις τράπεζες, με τις αγορές να αναζητούν περισσότερο τη συνέπεια και τη σταθερότητα του αφηγήματος παρά μια άμεση, επιθετική αναβάθμιση.