Ο προϋπολογισμός του e-ΕΦΚΑ για το 2026 προβλέπει πλεόνασμα που υπερβαίνει το 1 δισ. ευρώ, αλλά, παρόλο που οι αριθμοί είναι αδιαπραγμάτευτοι, το θέμα σε δεύτερη ανάγνωση, παρέχει μια τελείως διαφορετική εικόνα, που δεν καταγράφεται σε κανέναν προϋπολογισμό.

Η εικόνα αυτή, που δεν αποτυπώνεται και αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή του ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήματος, αφορά στο περίφημο “χρηματοδοτικό κενό”, δηλαδή, τη διαφορά ανάμεσα στη συνταξιοδοτική δαπάνη και στις εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων. Το κενό αυτό σπεύδει να καλύψει κάθε χρόνο ο κρατικός προϋπολογισμός, με ποσά που προέρχονται από τη γενική φορολογία από τη γενική φορολογία.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις και τους υπολογισμούς, φέτος το χρηματοδοτικό κενό προσεγγίζει τα 12 δισ. ευρώ, δηλαδή ανέρχεται σε 4,7% του ΑΕΠ. Διαχειρίσιμο μέγεθος; Ακόμα ναι, αλλά η επιβάρυνση είναι ήδη μεγάλη και προκαλεί έντονο προβληματισμό σε όσους ασχολούνται με την ουσία του προβλήματος και όχι με εντυπωσιασμούς ή καταγγελτικές πρακτικές, χωρίς εποικοδομητικές προτάσεις.

Προσέξτε, όμως, τώρα τη συνέχεια. Με τους ισχύοντες σήμερα όρους, η πορεία του χρηματοδοτικού κενού, είναι προδιαγεγραμμένη. Θα φτάσει στα 25 δισ.(!) ετησίως το 2041 και το 2050 στα 35 δισ. ευρώ (!) ετησίως, δηλαδή στο 6,55% του ΑΕΠ. Έχει μηχανισμούς η ελληνική οικονομία, να αντέξει τέτοια τεράστια ποσά ή υπάρχουν λύσεις που μπορούν να μειώσουν το τεράστιο χρηματοδοτικό κενό, το οποίο χρόνο με το χρόνο αυξάνεται και καλείται η κάθε κυβέρνηση να το καλύψει από τη γενική φορολογία.

Σκληρές και περιορισμένες οι επιλογές, αλλά απολύτως αναγκαίες. Το ασφαλιστικό, σύμφωνα με τις απόψεις έγκριτων οικονομολόγων και ασφαλιστικών συμβούλων, για να είναι βιώσιμο, χρειάζεται σαφώς περισσότερους εργαζομένους, με πραγματικές και υψηλότερες αμοιβές, για να μπορούν να εισφέρουν στο σύστημα, αλλά και επιχειρήσεις που παράγουν διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες και άρα είναι σε θέση να εισφέρουν το δικό τους μερίδιο στη μείωση του χρηματοδοτικού κενού.

Όπως μάλιστα αναφέρει παράγων του ασφαλιστικού χώρου, που έχει διατελέσει σε καίριες θέσεις, μια οικονομία που στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση, στα καφέ και στο delivery, δεν μπορεί να στηρίξει ένα τέτοιο εγχείρημα. Οι επιλογές, με βάση τα σημερινά δημογραφικά δεδομένα, δυστυχώς, δεν είναι πολλές, για την ακρίβεια είναι περιορισμένες και ταυτόχρονα σκληρές:

  • Πολύ περισσότερες γεννήσεις – αλλά με τι μισθούς και με το στεγαστικό πρόβλημα στην πιο οξεία φάση του και για αγορά και για ενοικίαση κατοικίας.
  • Οργανωμένη μετανάστευση με πλήρη ένταξη στην ελληνική κοινωνία και οικονομία – χώρες με χιλιάδες ανθρώπους που αναζητούν εργασία υπάρχουν. Έγιναν κάποια συντονισμένα βήματα, αλλά ακόμα βρισκόμαστε μακριά από την κάλυψη τεράστιων αναγκών σε εργατικό και αγροτογεωργικό δυναμικό.
  • Απαιτείται σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας – η οποία δεν έρχεται με δηλώσεις, αλλά με στοχευμένα μέτρα. Από την ενίσχυση της πρωτογενούς παραγωγής και της μεταποίησης, το είδος της ανάπτυξης που επιλέγεις και προωθείς, μέχρι την σταθερή βιομηχανική και εμπορική πολιτική.
  • Αν σε όλα τα προηγούμενα αποτύχεις, τότε οδηγείσαι στην ανεπιθύμητη λύση των χαμηλότερων συντάξεων, με ότι αυτό σημαίνει σε κοινωνικό επίπεδο, έχοντας δυσμενείς επιδράσεις σε όλο το φάσμα της οικονομίας.

Όλα τα υπόλοιπα οδηγούν σε αναβολή του λογαριασμού, τον οποίο θα βρίσκει μπροστά της η επόμενη κυβέρνηση και όλες οι μεθεπόμενες για τις επόμενες δύο δεκαετίες, με βάση το ύψος του “χρηματοδοτικού κενού” που προαναφέραμε.

Τα αναφέρουμε όλα αυτά, γιατί ακόμα και αν τα ακούσετε κάποια από αυτά κατά τη διάρκεια του χρόνου που μεσολαβεί μέχρι τις εκλογές ή θα χαθείτε στη μετάφραση ή δεν θα τα κατανοήσετε σε βάθος, γιατί συνήθως κανείς δεν κάνει τον κόπο να μιλήσει απλά και κατανοητά στον πολίτη, ώστε να έχει και τη συναίνεσή του, σε ότι κληθεί στη συνέχεια να εφαρμόσει.

Διαβάστε ακόμη: