Στα επιχειρησιακά πλάνα της επόμενης τριετίας, για την περίοδο 2026–2029, στρέφεται πλέον το ενδιαφέρον της εγχώριας αλλά και της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας, καθώς οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών ετοιμάζονται να τα παρουσιάσουν στους αναλυτές και τους θεσμικούς επενδυτές την τελευταία εβδομάδα του Φεβρουαρίου.

Τα νέα business plans έρχονται σε μια συγκυρία κατά την οποία το τραπεζικό σύστημα έχει αφήσει οριστικά πίσω του τη φάση της εξυγίανσης και περνά σε ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, με στόχο τη διατηρήσιμη κερδοφορία σε περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων.

Όπως εξηγεί στην «axianews» υψηλόβαθμη τραπεζική πηγή «κοινός παρονομαστής των σχεδίων είναι η μετάβαση σε ένα πιο διαφοροποιημένο μοντέλο παραγωγής εσόδων, το οποίο βασίζεται στις εξαγορές και τις στρατηγικές συνεργασίες που ολοκληρώθηκαν ή δρομολογήθηκαν την τελευταία διετία. Μέσω αυτών των κινήσεων, προσθέτει η ίδια πηγή, οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι πέτυχαν αφενός τη γεωγραφική τους μεγέθυνση, εντός και εκτός συνόρων, και αφετέρου τη διεύρυνση των πηγών εισοδήματος, με σαφή μετατόπιση προς τα έσοδα από προμήθειες και μη επιτοκιακές δραστηριότητες».

Η επέκταση αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε νέες αγορές, αλλά αφορά και την τομεακή διεύρυνση των εργασιών, σε κλάδους του ευρύτερου χρηματοοικονομικού συστήματος, όπως οι ασφάλειες, η διαχείριση κεφαλαίων, η χρηματοδότηση επιχειρήσεων και το real estate.

Στη βάση αυτών των εξελίξεων, οι διοικήσεις των τραπεζών έχουν καταρτίσει πλάνα που στοχεύουν στη διατήρηση – και σε ορισμένες περιπτώσεις στην περαιτέρω ενίσχυση – της κερδοφορίας πάνω από τα πολυετή υψηλά των περίπου 5 δισ. ευρώ που εκτιμάται ότι καταγράφηκαν το 2025.

Οι τρεις άξονες

Οι στρατηγικές της επόμενης τριετίας στηρίζονται σε τρεις βασικούς άξονες.

Ο πρώτος αφορά την επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης. Το μακροοικονομικό περιβάλλον εμφανίζεται ευνοϊκό στις αγορές όπου δραστηριοποιούνται οι ελληνικές τράπεζες, ενώ η αποκλιμάκωση των επιτοκίων δημιουργεί συνθήκες ενίσχυσης της ζήτησης για νέα δάνεια. Οι όμιλοι διαθέτουν σημαντικά πλεονάσματα ρευστότητας, γεγονός που τους επιτρέπει να στοχεύουν σε υψηλότερους ρυθμούς χρηματοδότησης, τόσο προς τις επιχειρήσεις όσο και προς τα νοικοκυριά, με έμφαση στις επενδύσεις και την πράσινη μετάβαση.

Ο δεύτερος άξονας είναι η περαιτέρω διαφοροποίηση των πηγών εσόδων. Το bancassurance, το asset management, το leasing, το factoring και το investment banking αποτελούν τομείς στους οποίους οι τράπεζες επιδιώκουν να αυξήσουν το αποτύπωμά τους. Οι κινήσεις μη οργανικής ανάπτυξης που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί θεωρούνται μόνο η αρχή, καθώς τα ισχυρά κεφαλαιακά αποθέματα αφήνουν περιθώρια για νέες εξαγορές ή στρατηγικές συνεργασίες τα επόμενα χρόνια.

Ο τρίτος πυλώνας αφορά τη διεθνή δραστηριοποίηση. Η ενίσχυση της παρουσίας στο εξωτερικό αποτελεί κεντρικό στοιχείο των επιχειρησιακών σχεδίων, είτε μέσω θυγατρικών σε Βαλκάνια και Κύπρο είτε μέσω γραφείων αντιπροσωπείας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Παράλληλα, αυξανόμενο μέρος των διαθέσιμων κεφαλαίων κατευθύνεται σε διεθνή κοινοπρακτικά δάνεια, με στόχο την ενίσχυση της συμβολής των δραστηριοτήτων εκτός Ελλάδος στο συνολικό αποτέλεσμα των ομίλων.

Στις εξελίξεις αυτές αναφέρθηκε πρόσφατα και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, αξιολογώντας θετικά τις στρατηγικές κινήσεις των τραπεζών ως βήματα προς μια πιο ανθεκτική και διαφοροποιημένη επιχειρηματική βάση. Όπως σημείωσε, οι πρωτοβουλίες αυτές συμβάλλουν στη διατηρήσιμη κερδοφορία και στη διασπορά των κινδύνων, σε μια περίοδο που οι παγκόσμιες αβεβαιότητες παραμένουν έντονες.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι, παρά την πτώση των επιτοκίων, οι προοπτικές για το 2026 παραμένουν θετικές, με την κερδοφορία του τραπεζικού συστήματος να εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα. Σε ό,τι αφορά τη μερισματική πολιτική, ο διοικητής της ΤτΕ επισήμανε ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι εξακολουθούν να αποτελούν τον πιο απρόβλεπτο παράγοντα και θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη στον καθορισμό της αξιοποίησης των ετήσιων κερδών.

Κέρδη 4,7 δισ. ευρώ το 2025

Την ίδια στιγμή σε έναν νέο κύκλο υψηλής και –κυρίως– διατηρήσιμης κερδοφορίας εισέρχεται το εγχώριο τραπεζικό σύστημα, με τις τέσσερις συστημικές τράπεζες να αναμένεται ότι θα ανακοινώσουν συνολικά καθαρά κέρδη 4,7 δισ. ευρώ για τη χρήση του 2025, έναντι 4,3 δισ. ευρώ το 2024. Η επίδοση αυτή δεν αποτελεί απλώς συνέχεια της ισχυρής εικόνας της προηγούμενης χρονιάς, αλλά θέτει τις βάσεις για μια σαφή αναβάθμιση της μερισματικής πολιτικής του κλάδου, με τις διανομές να εκτιμάται ότι θα υπερβούν τα 2,5 δισ. ευρώ.

Το βασικό στήριγμα της κερδοφορίας παραμένουν τα καθαρά έσοδα από τόκους, τα οποία, παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων, εκτιμάται ότι θα διατηρηθούν στα υψηλά επίπεδα του 2024, φθάνοντας συνολικά τα 8,1 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, οι τράπεζες καταγράφουν σταθερή ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες – περίπου 2,3 δισ. ευρώ – καθώς και ανάκαμψη των χρηματοοικονομικών εσόδων, που υπολογίζονται στα 350 εκατ. ευρώ. Το σύνολο των εσόδων διαμορφώνεται έτσι κοντά στα 10,8 δισ. ευρώ, προσφέροντας επαρκή «μαξιλάρια» για υψηλότερα payouts.

Οι ετήσιες ανακοινώσεις, που θα πραγματοποιηθούν την τελευταία εβδομάδα του Φεβρουαρίου, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς θα συνοδευτούν από τον έλεγχο και την έγκριση του SSM για τις αυξημένες διανομές. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, οι τράπεζες προσέρχονται στη διαδικασία αυτή με ισχυρούς κεφαλαιακούς δείκτες και με σαφή στρατηγική αξιοποίησης τόσο των μετρητών όσο και των επαναγορών ιδίων μετοχών.

Οι επιδόσεις

Η Alpha Bank αναμένεται να εμφανίσει καθαρά κέρδη άνω των 900 εκατ. ευρώ, έναντι 654 εκατ. ευρώ το 2024. Η διοίκηση έχει τοποθετήσει τον πήχη του payout στο 50%, χωρίς να αποκλείει υψηλότερη διανομή, καθώς από το 2026 η τράπεζα εκτιμά ότι θα έχει ακόμη μεγαλύτερη ευελιξία. Το συνολικό μέρισμα της χρήσης 2025 εκτιμάται κοντά στα 450 εκατ. ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη και το ενδιάμεσο μέρισμα 111 εκατ. ευρώ που έχει ήδη καταβληθεί.

Η Εθνική Τράπεζα αναμένεται να καταγράψει κέρδη περίπου 1,3 δισ. ευρώ, από 1,1 δισ. ευρώ το 2024, με τη διοίκηση να έχει προαναγγείλει payout 60%, διατηρώντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω αύξησης. Η ΕΤΕ έχει ήδη διανείμει ενδιάμεσο μέρισμα 200 εκατ. ευρώ και αναμένεται να παρουσιάσει το τελικό μείγμα μεταξύ μετρητών και επαναγοράς μετοχών. Παράλληλα, η αγορά αναμένει την ανακοίνωση συμφωνίας στον ασφαλιστικό κλάδο, η οποία θα ενισχύσει περαιτέρω το επενδυτικό αφήγημα της τράπεζας.

Η Eurobank εκτιμάται ότι θα διατηρήσει την κερδοφορία της στα επίπεδα των 1,4 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη σταθερότητα του επιχειρηματικού της μοντέλου. Η επίδοση αυτή δημιουργεί τις προϋποθέσεις για διανομή μερίσματος άνω του 50%, με την τράπεζα να στοχεύει στη διατήρηση ελκυστικής μερισματικής απόδοσης και τα επόμενα έτη.

Η Τράπεζα Πειραιώς αναμένεται να εμφανίσει κέρδη περίπου 1,1 δισ. ευρώ, από 1,06 δισ. ευρώ το 2024, με δέσμευση για payout 50%. Ήδη έχει υλοποιήσει επαναγορά και ακύρωση ιδίων μετοχών ύψους 100 εκατ. ευρώ, ενισχύοντας τα κέρδη ανά μετοχή. Το επενδυτικό ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στην παρουσίαση του νέου επιχειρησιακού πλάνου τριετίας στις 5 Μαρτίου, που θα αποτυπώσει και τον σχεδιασμό για την πλήρη ενσωμάτωση της Εθνικής Ασφαλιστικής.

Διαβάστε ακόμη: