Ο γηρασμένος στόλος των οχημάτων, η πυκνότητα του στόλου αλλά και οι ανεπαρκείς υποδομές μεταφορών, ειδικά σε περιοχές της Αθήνας που παραμένουν «αποκλεισμένες» από το δίκτυο του μετρό, δημιουργούν μια κατάσταση ασφυκτική στους αθηναϊκούς δρόμους.
Συνολικά ένας μέσος οδηγός χάνει περίπου 111 ώρες τον χρόνο κολλημένος στην κίνηση, όταν ο αντίστοιχος αριθμός στη Λισσαβώνα διαμορφώνεται περίπου στις 79 ώρες. Δυσοίωνες όμως είναι και οι προβλέψεις για την πορεία των μετακινήσεων τα επόμενα χρόνια στην ελληνική πρωτεύουσα. Οπως αποτυπώνει μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Η συμβολή της Uber στην ελληνική οικονομία μετά από 10 χρόνια παρουσίας», οι καθημερινές μετακινήσεις στη μητροπολιτική περιοχή της Αθήνας εκτιμώνται σε περίπου 6,4 εκατ. το 2024, με περαιτέρω αύξηση στα 7,1 εκατ. το 2030.
Μεγάλο αγκάθι, όπως αναδεικνύουν και στοιχεία της μελέτης, αποτελεί το γεγονός ότι η Αθήνα έχει έναν από τους πυκνότερους στόλους επιβατικών αυτοκινήτων, με σχεδόν 900 αυτοκίνητα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, όταν στη Ρώμη είναι πάνω από 500 και περίπου 250 στη Λισσαβώνα. Την ίδια ώρα, ο ελληνικός στόλος οχημάτων είναι γηρασμένος, απόρροια και της οικονομικής κρίσης του 2010, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να διαθέτει σήμερα τον παλαιότερο στόλο επιβατικών Ι.Χ. στην Ε.Ε. (πάνω από 17 έτη), ενώ και οι περιορισμένες θέσεις στάθμευσης καθώς και η υψηλή ιδιοκτησία αυτοκινήτων έρχονται να δημιουργήσουν μια εικόνα συμφόρησης και κορεσμού στους δρόμους.
Ετσι, όπως σημειώνει η μελέτη, οι συνθήκες κυκλοφορίας στην Αθήνα υπογραμμίζουν την ανάγκη για ολοκληρωμένες λύσεις που να λαμβάνουν υπόψη τόσο τα παραδοσιακά μέσα μαζικής μεταφοράς όσο και υπηρεσίες ridesharing, όπως η Uber. Από το 2015 έως σήμερα η βάση των οδηγών της Uber αυξήθηκε από 244 το 2015 σε σχεδόν 5.000 το 2024, καλύπτοντας το 10,3% του συνολικού αριθμού των απασχολουμένων στον τομέα των ταξί το 2023.
Παράλληλα, τα έσοδα που παράγονται μέσω της Uber εξαπλασιάστηκαν μεταξύ 2015 και 2024, με σημαντική άνοδο στις νυχτερινές διαδρομές και στις μετακινήσεις από και προς τα αεροδρόμια, ως αποτέλεσμα της αύξησης του τουρισμού και της εγχώριας ζήτησης.
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι διαδρομές ταξί μέσω της Uber συνεισέφεραν 110 εκατ. ευρώ στο ελληνικό ΑΕΠ το 2024. Την ίδια ώρα, καθώς ολοκληρώθηκε η διαβούλευση για το ερανιστικό νομοσχέδιο που έχει προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων στον κλάδο των ταξί, στο τραπέζι βρίσκεται το ακανθώδες θέμα της απελευθέρωσης των ΕΙΧ με οδηγό. Η Uber, από την πλευρά της, δεν αντιμετωπίζει τα ΕΙΧ και τα ταξί ως ανταγωνιστικά προϊόντα, αλλά ως συμπληρωματικά μέσα που καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες μετακίνησης, εκτιμώντας ωστόσο πως η νομοθεσία στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα περιοριστική.