Κάθε πρωί, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι διασχίζουν τα σύνορα για να εργαστούν στο Λουξεμβούργο, αφού οι μισθοί στη χώρα είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη. Πολλοί άλλοι έχουν μεταναστεύσει εκεί από όλες τις γωνιές του πλανήτη.
Όμως σε μια χώρα όπου ο πλούτος καταγράφει ρεκόρ, η φτώχεια κρύβεται σε λιγότερο ορατά στατιστικά στοιχεία και σε ζωές που δεν ταιριάζουν στην εικόνα ευημερίας του Μεγάλου Δουκάτου.
Στο συσσίτιο που λειτουργεί η μη κυβερνητική οργάνωση Stëm vun der Strooss (Φωνή του Δρόμου), οι ιστορίες των ανθρώπων διαφέρουν. Η 67χρονη Madame Moufida είναι από τη Γαλλία, αλλά δούλεψε για πάνω από 15 χρόνια στο Λουξεμβούργο, σε ξενοδοχεία, μουσεία, κέντρα υγείας. Όμως όσο ένα γραφειοκρατικό ζήτημα καθυστερεί τη σύνταξή της, ζει με 300 ευρώ το μήνα και κοιμάται σε έναν οίκο ευγηρίας. Το συσσίτιο είναι απαραίτητο για εκείνη.

Η 46χρονη Jhoana Rojas, μια δικηγόρος από τη Βενεζουέλα που εργάζεται ως καθαρίστρια, ζει στο Λουξεμβούργο με τον σύζυγό της, έναν εργάτη οικοδομών. Ο γιος τους μένει στη Γαλλία, από την άλλη πλευρά των συνόρων. Δεν θεωρεί τον εαυτό της φτωχό, αλλά τα χρήματα είναι λιγοστά. «Δουλεύω κοντά και το φαγητό εδώ δεν μου κοστίζει τόσο πολύ», εξηγεί.
Όσοι καταφεύγουν στο συσσίτιο της Stëm vun der Strooss καλούνται να πληρώσουν 50 σεντς για το φαγητό τους. Είναι ένα συμβολικό ποσό, για να μπορέσουν να εκτιμήσουν την υπηρεσία, λέει στην El Pais ο Bob Ritz, εκπρόσωπος της ΜΚΟ. Όμως αν κάποιος δεν έχει τα χρήματα, δεν θα του αρνηθούν το φαγητό. Υπάρχει επίσης δωρεάν πλύσιμο ρούχων, τράπεζα ρούχων, ντους, ιατρική συμβουλευτική και κοινωνικός λειτουργός.
Πολλοί από τους θαμώνες είναι άστεγοι, όλων των ηλικιών. Άλλοι έχουν δουλειά. Κερδίζουν τον κατώτατο μισθό, κάποιοι δουλεύουν με εβδομαδιαίες συμβάσεις ή ακόμα και «μαύρα».
Αυτή η ΜΚΟ βλέπει από πρώτο χέρι την επιδείνωση της κατάστασης στη χώρα που έχει μακράν το υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2015, σέρβιρε 50.000 γεύματα σε αυτό το συσσίτιο (λειτουργεί άλλα τρία), αλλά σήμερα σερβίρει πάνω από 100.000 γεύματα τον χρόνο.
Σε αυτό το διάστημα, έχει αλλάξει και το προφίλ των ανθρώπων που καταφεύγουν εκεί. Πριν από δέκα χρόνια ήταν κυρίως άστεγοι, αλλά σήμερα είναι όλο και περισσότερο φτωχοί εργαζόμενοι. Τα τελευταία δύο χρόνια αυξάνονται επίσης οι ανύπαντρες μητέρες με παιδιά αλλά και οι συνταξιούχοι των οποίων οι συντάξεις δεν επαρκούν για μια αξιοπρεπή ζωή στο Λουξεμβούργο, λέει ο Ritz.

Το κόστος ζωής, και ιδιαίτερα τα ενοίκια, είναι ο λόγος πίσω από την ιδιόμορφη κατανομή του εργαζόμενου πληθυσμού στο Λουξεμβούργο. Περίπου 230.000 εργαζόμενοι σε μια χώρα 690.000 κατοίκων περνούν καθημερινά τα σύνορα από το Βέλγιο, τη Γαλλία και τη Γερμανία για να δουλέψουν. Ο αριθμός τους μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο, καθώς οι Λουξεμβουργιανοί αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα, λόγω των υψηλών τιμών των κατοικιών.
Στις αρχές του 2024, το Δημοτικό Συμβούλιο της πρωτεύουσας θέσπισε απαγόρευση της επαιτείας στους δρόμους ενός μεγάλου μέρους του κέντρου της πόλης, με πρόστιμα που κυμαίνονται από 25 έως 250 ευρώ. Οι επικριτές του μέτρου μιλούν για «ποινικοποίηση της φτώχειας» και καταγγέλλουν τις αρχές ότι κρύβουν το πρόβλημα, αντί να αντιμετωπίσουν τις βαθύτερες αιτίες του.
«Οι άνθρωποι έρχονται νομίζοντας ότι το Λουξεμβούργο είναι παράδεισος, ότι είναι εύκολο να βρεις δουλειά με αμοιβή 4.000 ή 5.000 ευρώ, αλλά όταν φτάνουν συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να βρουν δουλειά ή κάπου να κοιμηθούν και αναγκάζονται να καταφύγουν σε συσσίτια», λέει.
Διαβάστε ακόμη:
- Αγορά εργασίας: Πρώτη συλλογική σύμβαση με αυξήσεις έως 20% – Ποιοι εργαζόμενοι κερδίζουν
- Συνεχίζονται με επιτυχία οι επιχειρήσεις επαναπατρισμού από τη Μέση Ανατολή: Στην Αθήνα 538 Έλληνες
- Ρεύμα με τιμές… ώρας: Αποκλίσεις έως 30 λεπτά ανά κιλοβατώρα στα νέα «πορτοκαλί» τιμολόγια
- Όζι Όσμπορν: Ο γιος του θυμήθηκε τη στιγμή που κατάλαβε ότι ερχόταν το «τέλος» του θρυλικού τραγουδιστή