Παρά τα γενικά όρια συνταξιοδότησης που προβλέπουν έξοδο στα 67 έτη ή στα 62 με 40 χρόνια ασφάλισης, χιλιάδες ασφαλισμένοι εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να συνταξιοδοτηθούν νωρίτερα, αξιοποιώντας τις μεταβατικές διατάξεις που ισχύουν για όσους ασφαλίστηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993. Οι ρυθμίσεις αφορούν εργαζόμενους στο Δημόσιο, στα πρώην ειδικά Ταμεία ΔΕΚΟ και τραπεζών, στο ΙΚΑ, αλλά και ασφαλισμένους στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.

Οι ειδικοί στην κοινωνική ασφάλιση επισημαίνουν ότι «κλειδί» για την πρόωρη έξοδο αποτελεί η θεμελίωση ή κατοχύρωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος έως το 2012, σε συνδυασμό με τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων ηλικιακών ορίων.

Ποιοι μπορούν να συνταξιοδοτηθούν πριν από τα 62

Μητέρες ασφαλισμένες στο πρώην ΙΚΑ

Οι ασφαλισμένες που είχαν συμπληρώσει 5.500 ημέρες ασφάλισης και είχαν ανήλικο παιδί έως το 2010, το 2011 ή το 2012 μπορούν, ανάλογα με την περίπτωση, να λάβουν μειωμένη σύνταξη ακόμη και από τα 58,5 έτη, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η έξοδος είναι δυνατή λίγο πριν από τα 60.

Όσες δεν κατοχύρωσαν δικαίωμα μέχρι το τέλος του 2012 υπάγονται πλέον στα γενικά όρια ηλικίας.

Δημόσιοι υπάλληλοι με 25ετία

Ευνοϊκές προϋποθέσεις εξακολουθούν να ισχύουν για δημοσίους υπαλλήλους που είχαν συμπληρώσει 25 χρόνια ασφάλισης έως το 2010, το 2011 ή το 2012.

Εφόσον διαθέτουν συνολικά 35 ή 37 έτη ασφάλισης, μπορούν να αποχωρήσουν με πλήρη σύνταξη ακόμη και μεταξύ 58,5 και 61,5 ετών, ανάλογα με την περίπτωση.

Ασφαλισμένοι στα Βαρέα και Ανθυγιεινά

Οι εργαζόμενοι στα ΒΑΕ που έχουν πραγματοποιήσει 7.500 ημέρες ασφάλισης σε βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα, εκ των οποίων οι 1.000 ημέρες μέσα στα τελευταία 17 χρόνια πριν από τη συνταξιοδότηση, εξακολουθούν να συνταξιοδοτούνται με χαμηλότερα ηλικιακά όρια.

Σε ορισμένες κατηγορίες παλαιών ασφαλισμένων η έξοδος μπορεί να γίνει ακόμη και στα 55 ή 57 έτη.

ΔΕΚΟ και τράπεζες

Οι μεταβατικές διατάξεις εξακολουθούν να καλύπτουν ασφαλισμένους στα πρώην ειδικά Ταμεία των ΔΕΚΟ και των τραπεζών.

Μεταξύ των δικαιούχων περιλαμβάνονται:

  • μητέρες με ανήλικο παιδί και 25ετία,
  • τρίτεκνοι,
  • ασφαλισμένοι πριν από το 1983 που είχαν συμπληρώσει 35ετία έως το 2021.

Τρίτεκνοι και πολύτεκνοι

Ειδικές ευνοϊκές διατάξεις εξακολουθούν να εφαρμόζονται και για τρίτεκνους ή πολύτεκνους γονείς, καθώς και για δημοσίους υπαλλήλους με ανήλικα παιδιά που είχαν κατοχυρώσει δικαίωμα με βάση το προγενέστερο καθεστώς.

Τι ισχύει για όσους δεν ανήκουν στις ειδικές κατηγορίες

Για τους ασφαλισμένους που δεν καλύπτονται από τις μεταβατικές διατάξεις, η βασική δυνατότητα πρόωρης εξόδου παραμένει η μειωμένη σύνταξη στα 62 έτη, με την προϋπόθεση συμπλήρωσης τουλάχιστον 15 ετών ασφάλισης (4.500 ημερών).

Η πλήρης σύνταξη εξακολουθεί να χορηγείται στα 67 έτη ή στα 62, εφόσον έχουν συμπληρωθεί συνολικά 40 χρόνια ασφάλισης.

Ο ρόλος των πλασματικών ετών

Καθοριστικό εργαλείο για πολλούς ασφαλισμένους αποτελεί η αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης, καθώς μπορεί να καλύψει τα απαιτούμενα έτη για θεμελίωση ή κατοχύρωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος.

Η συγκεκριμένη δυνατότητα αξιοποιείται κυρίως:

  • από δημοσίους υπαλλήλους που επιδιώκουν να συμπληρώσουν τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης,
  • από εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα που επιθυμούν να φτάσουν τα 40 χρόνια ασφάλισης ώστε να αποχωρήσουν στα 62.

Πόσο κοστίζει η εξαγορά

Το κόστος εξαγοράς πλασματικών ετών διαφέρει ανάλογα με την ασφαλιστική ιδιότητα.

  • Για μισθωτούς, η εισφορά αντιστοιχεί στο 20% του μηνιαίου μισθού. Με τον σημερινό κατώτατο μισθό των 920 ευρώ, το κόστος διαμορφώνεται σε 184 ευρώ τον μήνα ή 2.208 ευρώ για κάθε έτος αναγνώρισης.
  • Στο Δημόσιο, για αιτήσεις από 1ης Ιανουαρίου 2020 και μετά, ισχύει επίσης εισφορά 20% επί των αποδοχών.
  • Για ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες, το κόστος αντιστοιχεί στη μηνιαία ασφαλιστική εισφορά του κλάδου σύνταξης και κυμαίνεται περίπου από 244 έως 659 ευρώ τον μήνα, ανάλογα με την ασφαλιστική κατηγορία.

Η αίτηση αναγνώρισης πλασματικού χρόνου μπορεί να υποβληθεί οποιαδήποτε στιγμή, ακόμη και αρκετά χρόνια πριν από τη συνταξιοδότηση, ενώ η εξόφληση μπορεί να γίνει είτε εφάπαξ είτε με παρακράτηση από τη μελλοντική σύνταξη.

Διαβάστε ακόμη: