Ύστερα από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρεί τη Δευτέρα στην υπογραφή της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur, μετά την έγκριση που έλαβε μέσω ειδικής πλειοψηφίας 15 κρατών-μελών, παρά τις έντονες αντιδράσεις των Ευρωπαίων αγροτών.

Η συμφωνία αφορά τις χώρες της Mercosur – Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη και Παραγουάη – και δημιουργεί τη μεγαλύτερη ζώνη ελευθέρων συναλλαγών στον κόσμο, καλύπτοντας περισσότερα από 700 εκατομμύρια καταναλωτές.

Γιατί η Ελλάδα ψήφισε υπέρ

Η Ελλάδα στήριξε τη συμφωνία, καθώς –σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές– συνεκτιμήθηκαν τρεις κρίσιμοι παράγοντες:
η προστασία προϊόντων ΠΟΠ, οι εξαγωγικές ευκαιρίες και η γεωπολιτική σημασία.

Κεντρικό ζήτημα για την ελληνική πλευρά αποτέλεσε η προστασία των εσπεριδοειδών. Στο τελικό κείμενο προβλέπονται αυξημένοι δασμοί για τις σχετικές εισαγωγές, ώστε να διασφαλίζονται η τιμή και η ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στα προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης, με τη συμφωνία να κατοχυρώνει συνολικά 344 ευρωπαϊκά αγροτικά προϊόντα από απομιμήσεις στις χώρες της Mercosur, εκ των οποίων 21 ελληνικά.

Φέτα, ελαιόλαδο και ελληνικά προϊόντα ΠΟΠ

Μεταξύ των ελληνικών προϊόντων που προστατεύονται περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων:

  • φέτα, ελαιόλαδο, ελιά Καλαμάτας
  • κορινθιακή σταφίδα, κρόκος Κοζάνης
  • μανούρι, κεφαλογραβιέρα, μαστίχα Χίου
  • ελαιόλαδα Σητείας και Λυγουριού
  • οίνοι Μαντινείας, Νάουσας, Νεμέας, Σαντορίνης, Σάμου, Αμυνταίου
  • ρετσίνα και τσίπουρο

Η κατοχύρωση αυτή καθιστά τα ελληνικά προϊόντα πιο αναγνωρίσιμα και επιτρέπει υψηλότερες τιμές πώλησης στις αγορές της Λατινικής Αμερικής.

Το “αγκάθι” της επταετούς μεταβατικής περιόδου

Προβληματισμό προκαλεί, ωστόσο, η επταετής μεταβατική περίοδος για ορισμένες γεωγραφικές ενδείξεις, όπως η φέτα. Σύμφωνα με παράρτημα της συμφωνίας, η χρήση του όρου feta μπορεί να συνεχιστεί για έως επτά έτη από υφιστάμενους παραγωγούς σε Αργεντινή, Βραζιλία και Ουρουγουάη, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδεύεται από σαφή ένδειξη της γεωγραφικής προέλευσης.

Η ρύθμιση αυτή θεωρείται συμβιβαστική, αλλά όχι ιδανική, από παραγωγικούς φορείς.

Εξαγωγές, δασμοί και αγορές

Σύμφωνα με πηγές της Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η συμφωνία ανοίγει μια αγορά στην οποία σήμερα δραστηριοποιούνται μόλις 335 ελληνικές επιχειρήσεις, με εξαγωγές ύψους 1,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα αγροτικά προϊόντα αντιστοιχούν σε μόλις 34 εκατ. ευρώ.

Οι μεγαλύτερες ευκαιρίες αφορούν:

  • γαλακτοκομικά προϊόντα (φέτα, γιαούρτι)
  • ελληνικά κρασιά, καθώς οι δασμοί στις χώρες της Mercosur, που σήμερα φθάνουν έως 35%, προβλέπεται να μειωθούν σημαντικά.

Παράλληλα, εξασφαλίστηκε μηχανισμός ασφαλείας που επιτρέπει τη διακοπή εισαγωγών ευαίσθητων προϊόντων σε περίπτωση αιφνίδιας αύξησης τιμών κατά 5%, αντί του αρχικού 8%.

Οι αντιδράσεις και οι χώρες που καταψήφισαν

Τη συμφωνία καταψήφισαν:

  • Γαλλία
  • Πολωνία
  • Αυστρία
  • Ιρλανδία
  • Ουγγαρία

Το Βέλγιο απείχε, ενώ καθοριστικό ρόλο έπαιξε η Ιταλία, η οποία έδωσε τελικά θετική ψήφο μετά τη δέσμευση της Κομισιόν για επιπλέον 45 δισ. ευρώ στήριξης των Ευρωπαίων αγροτών από τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.

Η γαλλική κυβέρνηση, υπό έντονη εσωτερική πολιτική πίεση, ξεκαθάρισε ότι θα καταψηφίσει, παρά τις υποχωρήσεις.

Η γεωπολιτική διάσταση

Για την πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur αποτελεί στρατηγική απάντηση στην αυξανόμενη επιρροή της Κίνα στη Λατινική Αμερική, αλλά και στους υψηλούς δασμούς των ΗΠΑ.

Η ΕΕ επιχειρεί να ενισχύσει την παρουσία της σε μια περιοχή με αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία, επανακαθορίζοντας τις εμπορικές της συμμαχίες σε ένα περιβάλλον παγκόσμιου ανταγωνισμού.

Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur συνιστά μία από τις πιο φιλόδοξες εμπορικές κινήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για την Ελλάδα ανοίγει νέες εξαγωγικές προοπτικές, αλλά συνοδεύεται και από εύλογες ανησυχίες για τον αγροτικό τομέα. Το στοίχημα πλέον μεταφέρεται στην εφαρμογή: στο κατά πόσο οι δικλίδες προστασίας θα αποδειχθούν επαρκείς και αν τα ελληνικά προϊόντα θα αξιοποιήσουν πραγματικά το άνοιγμα αυτής της τεράστιας αγοράς.

Διαβάστε ακόμη: