Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 επαναφέρει στο προσκήνιο την κριτική του Αντώνη Σαμαρά για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης. Ο πρώην πρωθυπουργός στρέφει ευθέως τα πυρά του κατά του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, αλλά και του Κυριάκου Μητσοτάκη, υποστηρίζοντας ότι οι εξελίξεις εκθέτουν την κυβερνητική γραμμή περί «ήρεμων νερών» με την Τουρκία.
Στο πολιτικό παρασκήνιο, η παρέμβαση Σαμαρά αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η έγκριση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή έρχεται σε μια στιγμή που η Αθήνα καλείται να διαχειριστεί ένα σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για τον πρώην πρωθυπουργό, η εξέλιξη αποτελεί επιβεβαίωση των προειδοποιήσεων που διατυπώνει εδώ και καιρό για τους κινδύνους της ελληνοτουρκικής προσέγγισης χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις για τα ελληνικά συμφέροντα.
Στο στόχαστρο ο Γεραπετρίτης
Ο Σαμαράς προσωποποιεί την κριτική του στον υπουργό Εξωτερικών, καταλογίζοντάς του λανθασμένες εκτιμήσεις και χειρισμούς που, κατά την άποψή του, αφήνουν την Ελλάδα εκτεθειμένη. Το ερώτημα που θέτει είναι σαφές: πώς μπορεί να συνεχίζεται η ίδια πολιτική προσέγγισης με την Άγκυρα όταν οι εξελίξεις στη Λιβύη ενισχύουν τη διπλωματική και πολιτική θέση της Τουρκίας;
Η έγκριση του μνημονίου από την ανατολική λιβυκή Βουλή δεν μεταβάλλει αυτομάτως τη νομική ισχύ του, ούτε αναιρεί τις ελληνικές ενστάσεις.
Η Αθήνα το χαρακτηρίζει παράνομο και άκυρο, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει τα δικαιώματα τρίτων κρατών και αγνοεί την επήρεια των ελληνικών νησιών σε θαλάσσιες ζώνες. Ωστόσο, η πολιτική σημασία της απόφασης είναι υπαρκτή: η Τουρκία κερδίζει σε επιρροή στην Νότια και Ανατολική Μεσόγειο ενώ προμηνύει και την αντίδρασή της στην υπόθεση του καλωδίου.
Η Τουρκία ΘΑ επιχειρήσει να αξιοποιήσει το μνημόνιο ως βάση για παρεμπόδιση των εργασιών, η ένταση θα είναι σίγουρο γεγονός και πιθανότητα τα τουρκικά πολεμικά πλοία θα παρεμποδίσουν το γαλλικό πλοίο. Εκεί τι θα κάνει η ελληνική πλευρά;

Η αντιπολίτευση πιέζει, η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει
Οι χειρισμοί της ελληνικής διπλωματίας βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η κριτική δεν περιορίζεται στην παρέμβαση Σαμαρά, καθώς η εξέλιξη στη Λιβύη δίνει νέα αφορμή για ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής στρατηγικής.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Γεραπετρίτης, με τον πρώην πρωθυπουργό να ζητά ουσιαστικά την απομάκρυνσή του και να καταλογίζει στον Μητσοτάκη πολιτική ευθύνη για τη διατήρησή του στη θέση του.
Η εικόνα, πάντως, χρειάζεται προσοχή: η ένταση της κριτικής και οι απαιτήσεις για πολιτικές ευθύνες δεν ισοδυναμούν από μόνες τους με τεκμηριωμένη κοινή γραμμή όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Είναι, όμως, σαφές ότι η απόφαση της λιβυκής Βουλής προσφέρει νέο πεδίο πίεσης προς την κυβέρνηση, η οποία καλείται να εξηγήσει ποια διπλωματικά βήματα θα ακολουθήσει.

Οι νέες διαρροές προς τα δεξιά
Το μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον για το Μέγαρο Μαξίμου βρίσκεται, ενδεχομένως, στις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η υπόθεση στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας. Η κριτική Σαμαρά αγγίζει ένα ευαίσθητο σημείο της κυβερνητικής πολιτικής, καθώς τα εθνικά θέματα αποτελούν πεδίο έντονης αντιπαράθεσης και συσπείρωσης στη δεξιά πτέρυγα του κόμματος.
Σε αυτό το περιβάλλον, η νέα εξέλιξη στη Λιβύη μπορεί να αναζωπυρώσει τη δυσαρέσκεια ψηφοφόρων που διαφωνούν με την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης και να ενισχύσει το ενδιαφέρον για μια εναλλακτική δεξιά πολιτική έκφραση γύρω από τον πρώην πρωθυπουργό.
Δεν πρόκειται για δεδομένη εκλογική μετακίνηση, αλλά για έναν υπαρκτό πολιτικό κίνδυνο που το κυβερνητικό επιτελείο δύσκολα μπορεί να αγνοήσει.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν η υπόθεση θα περιοριστεί σε μια ακόμη σκληρή αντιπαράθεση για την εξωτερική πολιτική ή αν θα εξελιχθεί σε νέο σημείο ρήξης ανάμεσα στον Μητσοτάκη και τον Σαμαρά, με επίκεντρο τον Γεραπετρίτη και τις επιλογές της Αθήνας απέναντι στην Τουρκία.
