Η εξάρτηση από τους φόρους στην κατανάλωση δεν έχει την ίδια ένταση σε όλες τις χώρες της Νότιας και Δυτικής Ευρώπης. Η σύγκριση της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας με βάση τα συγκρίσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνει ότι και στις τρεις χώρες ο ΦΠΑ και οι λοιποί φόροι κατανάλωσης αποτελούν σημαντική πηγή δημοσίων εσόδων, όμως η εξέλιξή τους την τελευταία εξαετία είναι διαφορετική. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου η αύξηση των εσόδων από τους φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών αποτέλεσε έναν από τους βασικούς παράγοντες ενίσχυσης των φορολογικών εσόδων, στη Γαλλία και στην Ιταλία το βάρος της κατανάλωσης ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει μειωθεί ή παραμείνει περίπου σταθερό.
Όπως σημειώνει ρεπορτάζ της Καθημερινής, το 2019 οι φόροι κατανάλωσης αντιστοιχούσαν στο 15,1% του ελληνικού ΑΕΠ. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 11,7% στη Γαλλία, 11,5% στην Ιταλία και 12,6% στην Πορτογαλία. Το 2024 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεια) η εικόνα είχε αλλάξει ελάχιστα στην Ελλάδα, όπου το ποσοστό παρέμεινε στο 15,1% του ΑΕΠ. Αντιθέτως, στη Γαλλία μειώθηκε στο 10,8%, στην Ιταλία στο 11,0% και στην Πορτογαλία στο 12,2% (Taxation and Customs Union).

Η υψηλή συμμετοχή των φόρων κατανάλωσης στην Ελλάδα συνδέεται με τη διάρθρωση της οικονομίας, τη διαχρονική φορολογική πολιτική και τις δυσκολίες είσπραξης των άμεσων φόρων. Η φοροδιαφυγή και η υποδήλωση εισοδημάτων σε ορισμένους κλάδους, όπως για παράδειγμα στους αυτοαπασχολούμενους, έχουν περιορίσει τη δυνατότητα του κράτους να εισπράττει αποτελεσματικά φόρους επί του πραγματικού εισοδήματος. Αντιθέτως, ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης επιβάλλονται στις συναλλαγές και αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων για το Δημόσιο. Η ανάγκη διασφάλισης σταθερών φορολογικών εσόδων, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της δημοσιονομικής προσαρμογής, συνέβαλε επίσης στη διατήρηση της σημασίας τους. Ωστόσο, η υψηλή εξάρτηση από τους φόρους κατανάλωσης έχει κοινωνικές συνέπειες, καθώς τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα δαπανούν συνήθως μεγαλύτερο μέρος των πόρων τους για κατανάλωση και, επομένως, μπορεί να επιβαρύνονται αναλογικά περισσότερο.
Οπως προαναφέρθηκε, στη Γαλλία οι φόροι στην κατανάλωση αντιστοιχούσαν στο 11,7% του ΑΕΠ το 2019 και στο 10,8% το 2024. Παράλληλα, τα έσοδα από τον ΦΠΑ μειώθηκαν από 7,2% του ΑΕΠ το 2019 σε 7,1% το 2024. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η Γαλλία δεν αύξησε την εξάρτησή της από τους έμμεσους φόρους, παρά τη μεγάλη αύξηση των φορολογικών εσόδων. Το συνολικό φορολογικό βάρος, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεωτικών ασφαλιστικών εισφορών, ήταν 45,9% του ΑΕΠ το 2019 και 43,5% το 2024.
Η Γαλλία παρουσιάζει επομένως μια διαφορετική φορολογική δομή από την Ελλάδα. Οι φόροι κατανάλωσης αντιστοιχούν περίπου στο ένα τέταρτο του συνολικού φορολογικού βάρους, ενώ ιδιαίτερα σημαντικό μέρος των εσόδων προέρχεται από τη φορολογία της εργασίας και τις ασφαλιστικές εισφορές. Το 2024 οι φόροι στην εργασία ανέρχονταν σε 22,4% του ΑΕΠ και οι ασφαλιστικές εισφορές σε 14,7%. Η φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων ανερχόταν σε 9,4% του ΑΕΠ και η φορολογία των επιχειρήσεων σε 2,9%.
Ακόμη πιο διαφορετική είναι η εικόνα στην Ιταλία. Οι φόροι στην κατανάλωση αντιστοιχούσαν στο 11,5% του ΑΕΠ το 2019 και στο 11,0% το 2024. Ο ΦΠΑ κινήθηκε από 6,2% του ΑΕΠ το 2019 σε 6,6% το 2024.
Την ίδια περίοδο, όμως, η Ιταλία παρουσιάζει μεγαλύτερη συμμετοχή της φορολογίας εισοδήματος. Ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων αυξήθηκε από 11,8% του ΑΕΠ το 2019 σε 12,4% το 2024. Πρόκειται για επίπεδα αισθητά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ο οποίος το 2024 διαμορφώθηκε σε 9,6% του ΑΕΠ. Η Πορτογαλία βρίσκεται πιο κοντά στην ελληνική περίπτωση ως προς το βάρος της φορολογίας στην κατανάλωση. Οι φόροι κατανάλωσης αντιστοιχούσαν στο 12,6% του ΑΕΠ το 2019 και στο 12,2% το 2024. Ο ΦΠΑ ήταν 8,8% του ΑΕΠ το 2019 και αυξήθηκε στο 9,1% το 2024.
Η διαφορά με την Ελλάδα είναι ότι στην Πορτογαλία η συμμετοχή των φόρων κατανάλωσης στο ΑΕΠ μειώθηκε ελαφρώς από 12,6% το 2019 σε 12,2% το 2024, ενώ ο ΦΠΑ αυξήθηκε κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες. Η αύξηση των φορολογικών εσόδων δεν προήλθε επομένως από μια θεαματική διεύρυνση της φορολογίας της κατανάλωσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση της Πορτογαλίας με τον φόρο εισοδήματος. Τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων ανέρχονταν σε 6,3% του ΑΕΠ το 2019, αυξήθηκαν σε 6,9% το 2022 και 6,8% το 2023, πριν υποχωρήσουν στο 6,1% το 2024. Αντιθέτως, η φορολογία των επιχειρήσεων αυξήθηκε από 3,1% του ΑΕΠ το 2019 σε 3,8% το 2024. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι η μεταβολή των άμεσων φορολογικών εσόδων στην Πορτογαλία συνδέεται περισσότερο με τη φορολογία των επιχειρήσεων παρά με τη φορολογία των φυσικών προσώπων. Η σύγκριση είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αν εξεταστεί η περίοδος 2019-2024. Στη Γαλλία οι φόροι κατανάλωσης υποχώρησαν κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ και ο ΦΠΑ κατά 0,4 μονάδες. Στην Ιταλία οι φόροι κατανάλωσης μειώθηκαν κατά 0,5 μονάδες, ενώ ο ΦΠΑ αυξήθηκε κατά 0,4 μονάδες. Στην Πορτογαλία οι φόροι κατανάλωσης μειώθηκαν κατά 0,4 μονάδες, ενώ ο ΦΠΑ αυξήθηκε κατά 0,3 μονάδες. Και στις τρεις χώρες, επομένως, η εξέλιξη διαφέρει από την ελληνική εικόνα, όπου οι φόροι κατανάλωσης αποτελούν ιδιαίτερα σημαντική πηγή δημοσίων εσόδων.
Διαβάστε ακόμη:
- Γιατί ο Σταύρος Παπασταύρου δεν βρέθηκε στο τραπέζι του Αμερικανού ΥΠΕΞ, Μάρκο Ρούμπιο
- Θέατρο: 25 πρεμιέρες που θα συζητηθούν – Οι παραστάσεις που δεν πρέπει να χάσετε
- Τρία ελληνικά μπαρ ανάμεσα στα 50 καλύτερα του κόσμου για το 2026
- Βραβεία Νόμπελ: Πόσα χρήματα παίρνουν οι νικητές και ποιος πληρώνει τον λογαριασμό