Η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει φέρει στο επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα πιο κρίσιμα ενεργειακά περάσματα στον κόσμο. Η διακοπή της κυκλοφορίας στην περιοχή έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στη διεθνή ναυτιλία και στις ενεργειακές αγορές, καθώς χιλιάδες πλοία –ανάμεσά τους εκατοντάδες πετρελαιοφόρα– παραμένουν παγιδευμένα στον Περσικό Κόλπο.
Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει σε εκτίναξη των ναύλων και της τιμής του πετρελαίου, προκαλώντας ισχυρούς κραδασμούς στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές.
Το σχέδιο της Ουάσιγκτον
Μπροστά στην κλιμάκωση της κρίσης, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε σχέδιο για τη συνοδεία εμπορικών πλοίων από το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό κατά τη διέλευσή τους από τα Στενά του Ορμούζ.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον εξετάζει την ενεργοποίηση μιας λιγότερο γνωστής κυβερνητικής υπηρεσίας για την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης στη ναυτιλία, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος για τους πλοιοκτήτες που θα επιχειρήσουν να διασχίσουν την περιοχή.
Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές, το σχέδιο αυτό αντιμετωπίζει σοβαρά πρακτικά εμπόδια.
Το πρόβλημα της ασφάλισης
Αναλυτές της J.P. Morgan επισημαίνουν ότι τα διαθέσιμα όρια ασφάλισης της υπηρεσίας που εξετάζει η αμερικανική κυβέρνηση είναι πολύ μικρά σε σχέση με τον πραγματικό κίνδυνο.
Στην πράξη, τα ποσά που μπορεί να διαθέσει η υπηρεσία δεν επαρκούν για να καλύψουν ενδεχόμενες ζημιές ή απώλειες πλοίων σε μια τόσο επικίνδυνη περιοχή, γεγονός που αφήνει τους πλοιοκτήτες εκτεθειμένους σε τεράστιες οικονομικές απώλειες.
Οι εκτιμήσεις αναφέρουν ότι τα πλοία που βρίσκονται σήμερα στον Περσικό Κόλπο θα χρειάζονταν ασφαλιστική κάλυψη περίπου 352 δισεκατομμυρίων δολαρίων – ποσό που οι ιδιωτικές αγορές δεν είναι διατεθειμένες να αναλάβουν αυτή τη στιγμή.
Στην περιοχή εκτιμάται ότι βρίσκονται 329 πετρελαιοφόρα, μαζί με εκατοντάδες πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και άλλα εμπορικά σκάφη.
Ο ρόλος της DFC
Ο οργανισμός στον οποίο σχεδιάζει να βασιστεί η αμερικανική κυβέρνηση είναι η U.S. International Development Finance Corporation (DFC), ο διεθνής επενδυτικός βραχίονας της Ουάσιγκτον.
Η DFC χρηματοδοτεί συνήθως έργα ανάπτυξης, όπως προγράμματα εμβολιασμού σε φτωχότερες χώρες ή δάνεια σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις στον αναπτυσσόμενο κόσμο.
Ωστόσο, το επενδυτικό όριο της υπηρεσίας –που αυξήθηκε πρόσφατα στα 205 δισεκατομμύρια δολάρια– υπολείπεται σημαντικά των ποσών που απαιτούνται για να καλυφθεί ο ναυτιλιακός κίνδυνος στον Περσικό Κόλπο.
Οι αντιδράσεις της αγοράς
Στελέχη της ναυτιλιακής βιομηχανίας εμφανίζονται επιφυλακτικά απέναντι στο σχέδιο.
Ορισμένοι ασφαλιστές προειδοποιούν ότι η δημιουργία ενός λειτουργικού συστήματος κάλυψης είναι εξαιρετικά δύσκολη υπό τις παρούσες συνθήκες, ενώ ακόμη κι αν επιτευχθεί συμφωνία, μπορεί να μην εφαρμοστεί αρκετά γρήγορα ώστε να αποτραπούν σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Η ανησυχία εντείνεται από το γεγονός ότι αρκετές χώρες του Περσικού Κόλπου διαθέτουν περιορισμένη αποθηκευτική δυνατότητα και ενδέχεται να αναγκαστούν να μειώσουν ή να σταματήσουν την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου εάν η κρίση παραταθεί.
Προσπάθειες καθησυχασμού
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ επιχείρησε να κατευνάσει τις ανησυχίες, αναφέροντας ότι η κυβέρνηση ετοιμάζει μια σειρά νέων ανακοινώσεων για τη στήριξη του θαλάσσιου εμπορίου.
Αναλυτές της Wolfe Research εκτιμούν ότι το σχέδιο θαλάσσιας ασφάλισης είναι νομικά εφικτό, καθώς η DFC διαθέτει ευρείες αρμοδιότητες για δάνεια, εγγυήσεις, επενδύσεις και αντασφάλιση.
Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό το βασικό ερώτημα:
θα αισθανθούν αρκετά ασφαλείς οι πλοιοκτήτες ώστε να διασχίσουν τα Στενά του Ορμούζ;
Η ιστορική εμπειρία
Η αμερικανική ναυτική συνοδεία δεν αποτελεί πρωτοφανές μέτρο.
Τη δεκαετία του 1980, κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν–Ιράκ, ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν είχε επιτρέψει σε δεξαμενόπλοια του Κουβέιτ να αλλάξουν σημαία και να πλέουν ως αμερικανικά πλοία, υπό την προστασία του αμερικανικού στόλου.
Σήμερα, ωστόσο, η κλίμακα της κρίσης και οι γεωπολιτικές εντάσεις καθιστούν την κατάσταση πολύ πιο σύνθετη, με τις αγορές να παρακολουθούν στενά κάθε εξέλιξη.
Το αν το σχέδιο της Ουάσιγκτον θα μπορέσει να αποτρέψει μια νέα παγκόσμια ενεργειακή κρίση, παραμένει προς το παρόν αβέβαιο.