Νέες πιέσεις δέχεται η Wall Street στη συνεδρίαση της Πέμπτης, καθώς η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται, ωθώντας τις τιμές του πετρελαίου σε επίπεδα που ξεπερνούν τα 100 δολάρια το βαρέλι. Η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές εντάθηκε μετά τις δηλώσεις του υπουργού Ενέργειας των ΗΠΑ, Κρις Ράιτ, ο οποίος παραδέχθηκε ότι το Αμερικανικό Ναυτικό δεν είναι ακόμη έτοιμο να συνοδεύσει δεξαμενόπλοια μέσω των Στενών του Ορμούζ, τοποθετώντας τη σχετική ετοιμότητα προς το τέλος του μήνα.
Η παραδοχή αυτή, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη σύρραξη, προκάλεσε νέο άλμα στις τιμές του μαύρου χρυσού, με το Brent να κάνει άλμα 10% ξεπερνώντας το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων, ενώ το αμερικανικό αργό (WTI) διαπραγματεύεται πάνω από τα 96 δολάρια. Οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν αφότου ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, δήλωσε ότι το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ θα πρέπει να συνεχιστεί ως «εργαλείο πίεσης απέναντι στον εχθρό».
Στο ταμπλό, αυτή την ώρα, ο Dow Jones υποχωρεί κατά 1,20% και διαπραγματεύεται στις 46.847 μονάδες. Ο S&P 500 διολισθαίνει σε ποσοστό 1,16% και τις 6.696 μονάδες και ο Nasdaq καταγράφει πτώση 1,45% στις 22.386 μονάδες.
Η κατάσταση στο πεδίο των επιχειρήσεων παραμένει «εκρηκτική», καθώς η ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο έχει ουσιαστικά παραλύσει. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, τρία επιπλέον ξένα σκάφη επλήγησαν από πυρά, ανεβάζοντας τον αριθμό των επιθέσεων σε εμπορικά πλοία, την ώρα που οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν ήδη βυθίσει 16 ιρανικά πλοία στην περιοχή. Οι τιμές του πετρελαίου δέχθηκαν πρόσθετη ώθηση από τις αναφορές για πυρκαγιές σε δύο τάνκερ στα χωρικά ύδατα του Ιράκ, οι οποίες αποδίδονται σε ιρανικά πλήγματα, με την Τεχεράνη να προειδοποιεί ότι οι τιμές θα μπορούσαν να «εκτιναχθούν» ακόμη και στα 200 δολάρια το βαρέλι.
Η ενεργειακή ασφυξία έρχεται σε μια στιγμή που ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) προειδοποιεί ότι ο κόσμος αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη διαταραχή εφοδιασμού στην ιστορία, με την παγκόσμια παραγωγή να αναμένεται να μειωθεί κατά 8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως εντός του Μαρτίου.
Παράλληλα, οι επενδυτές αναθεωρούν τις προσδοκίες τους για τη νομισματική πολιτική. Ο φόβος ότι το ενεργειακό κόστος αναμένεται να πυροδοτήσει νέο πληθωριστικό κύμα αναγκάζει τους αναλυτές να απομακρύνουν το σενάριο των μειώσεων επιτοκίων από τη Federal Reserve. Η Goldman Sachs μετέφερε ήδη την πρόβλεψή της για την πρώτη μείωση από τον Ιούνιο στον Σεπτέμβριο, ενώ οι αγορές προεξοφλούν πλέον μόνο μία παρέμβαση μέχρι το τέλος του έτους.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι μετοχές των αεροπορικών και των εταιρειών κρουαζιέρας, όπως η American Airlines και η Royal Caribbean, δέχονται ισχυρά πλήγματα λόγω της ευαισθησίας τους στο κόστος των καυσίμων, οδεύοντας προς τις χειρότερες μηνιαίες επιδόσεις του έτους. Αντιθέτως, οι ενεργειακοί κολοσσοί όπως η Chevron και η Exxon Mobil κινούνται σε θετικό έδαφος, αποτελώντας ένα από τα λίγα «καταφύγια» των επενδυτών.
Παράλληλα με το γεωπολιτικό μέτωπο, η Wall Street βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενες ανησυχίες στην αγορά του ιδιωτικού χρέους, η οποία αγγίζει τα 2 τρισ. δολάρια. Οι προειδοποιήσεις για διπλασιασμό των ποσοστών αθέτησης πληρωμών τα επόμενα χρόνια έχουν προκαλέσει νευρικότητα, με τη Morgan Stanley να περιορίζει τις εξαγορές σε ένα από τα πιστωτικά της κεφάλαια, ακολουθώντας τα «βήματα» των Blackstone και BlackRock. Η κίνηση της JPMorgan να υποτιμήσει την αξία ορισμένων δανείων προς κεφάλαια ιδιωτικού χρέους επιδείνωσε το κλίμα για τον τραπεζικό κλάδο, οδηγώντας τις μετοχές των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε πτώση.
Ο δείκτης μεταβλητότητας VIX, ο λεγόμενος «δείκτης φόβου», σημειώνει ισχυρή άνοδο κοντά στις 27 μονάδες, αντανακλώντας την έντονη ανησυχία των συμμετεχόντων στην αγορά.
Στο πολιτικό επίπεδο, η Ουάσινγκτον επιχειρεί να απαντήσει στις προκλήσεις με διπλή στρατηγική. Από τη μία πλευρά, ανακοινώθηκε η αποδέσμευση 172 εκατ. βαρελιών πετρελαίου από τα στρατηγικά αποθέματα των ΗΠΑ, σε συντονισμό με την απελευθέρωση 400 εκατ. βαρελιών από τον IEA, σε μια προσπάθεια να αναχαιτιστεί η άνοδος των τιμών. Από την άλλη, η κυβέρνηση Τραμπ ανοίγει νέα μέτωπα στο εμπόριο, ξεκινώντας έρευνες για την πλεονάζουσα βιομηχανική παραγωγικότητα σε 16 μεγάλους εμπορικούς εταίρους, επιδιώκοντας να επαναφέρει τις δασμολογικές πιέσεις μετά τις πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις που περιόρισαν το αρχικό της πρόγραμμα.
Αν και τα στοιχεία για τις εβδομαδιαίες αιτήσεις ανεργίας ήταν ελαφρώς καλύτερα των αναμενόμενων, προσφέροντας ανακούφιση για την κατάσταση της αγοράς εργασίας, η συνολική εικόνα παραμένει ζοφερή, καθώς η διάρκεια και η ένταση του πολέμου με το Ιράν αποτελούν τον αστάθμητο παράγοντα που θα καθορίσει την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας το επόμενο διάστημα.