Ως ισχυρός καταλύτης για την κερδοφορία συγκεκριμένων επιχειρηματικών κολοσσών λειτούργησαν οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και το κλίμα διεθνούς αστάθειας.

Αν και οι διμερείς διαπραγματεύσεις στην Ελβετία για το πυρηνικό πρόγραμμα και το καθεστώς στα Στενά του Ορμούζ προσφέρουν πλέον μια προσωρινή ανάσα με τη συμφωνημένη εκεχειρία, ο αντίκτυπος των προηγούμενων μηνών στο παγκόσμιο εμπόριο άφησε πίσω του σαφείς οικονομικούς νικητές.

Οι πετρελαϊκοί όμιλοι, οι βιομηχανίες όπλων και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είδαν τα έσοδά τους να εκτοξεύονται ενώ οι καταναλωτές πιέστηκαν.

Ενεργειακές εταιρείες

Η γεωπολιτική στενότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται το 20% των παγκόσμιων φορτίων καυσίμων, ώθησε προσωρινά την τιμή του Brent στα $126 το βαρέλι. Αυτή η εξέλιξη δημιούργησε τεράστια ρευστότητα για τους παραγωγούς ενέργειας.

Saudi Aramco: Κατέγραψε άνοδο 25% στα καθαρά της κέρδη κατά το πρώτο τρίμηνο, αγγίζοντας τα $32,5 δισεκατομμύρια, καθώς χρησιμοποίησε εναλλακτικούς αγωγούς προς την Ερυθρά Θάλασσα για να διατηρήσει ανέπαφες τις εξαγωγές της.

British Petroleum (BP): Ξεπέρασε τις προσδοκίες των αναλυτών, ανακοινώνοντας τριμηνιαία κέρδη ύψους $3,2 δισεκατομμυρίων.

Shell & TotalEnergies: Παρά τις υλικές ζημιές σε εγκαταστάσεις του Κατάρ και τις τοπικές διακοπές παραγωγής, οι δύο όμιλοι εμφάνισαν ισχυρούς ισολογισμούς με κέρδη $6,9 και $5,4 δισεκατομμυρίων αντίστοιχα, εκμεταλλευόμενοι τις περιφερειακές διαφορές τιμών.

Παράλληλα, αμερικανικοί φορείς υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), όπως η Venture Global και η Cheniere Energy, ενίσχυσαν τη θέση τους στη spot αγορά, καθώς οι διεθνείς αγοραστές αναζήτησαν ασφαλέστερες πηγές εφοδιασμού μακριά από τη ζώνη των συγκρούσεων.

Αμυντικές βιομηχανίες

Οι αυξημένες ανάγκες για την αναπλήρωση των αμερικανικών αποθεμάτων πυρομαχικών οδήγησαν σε άμεση κινητοποίηση των μεγαλύτερων εξοπλιστικών εταιρειών του κόσμου (RTX, Lockheed Martin, Boeing, Northrop Grumman, BAE Systems, L3Harris, Honeywell) μετά από σχετικές διαβουλεύσεις στον Λευκό Οίκο.

Η κυβερνητική έγκριση για πρόσθετα αμυντικά κονδύλια ύψους δισεκατομμυρίων δολαρίων διεύρυνε το ανεκτέλεστο υπόλοιπο παραγγελιών. Ενδεικτικά, η Northrop Grumman σημείωσε ιστορικό ρεκόρ ανεκτέλεστων συμβολαίων ύψους $95,6 δισεκατομμυρίων, ενώ η Boeing περιόρισε δραστικά τις καθαρές της ζημιές στα $7 εκατομμύρια λόγω αυξημένων παραδόσεων. Το παραδοσιακό μοντέλο χρηματοδότησης από το Πεντάγωνο, το οποίο ιστορικά κατευθύνει τη μερίδα του λέοντος των αμυντικών δαπανών σε ελάχιστους μεγάλους παίκτες, ενισχύθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Η ανάγκη παράκαμψης των επικίνδυνων θαλάσσιων περασμάτων μείωσε τη διαθεσιμότητα του παγκόσμιου στόλου δεξαμενόπλοων κατά περίπου 7%, εκτινάσσοντας το κόστος μεταφοράς. Ο δείκτης Worldscale για τα ναύλα από τον Περσικό Κόλπο προς την Ανατολική Ασία πενταπλασιάστηκε, γεγονός που μετέφρασε τα ταξίδια των μεγάλων VLCC πλοίων σε πηγή εσόδων εκατομμυρίων δολαρίων. Εταιρείες διαχείρισης όπως η Frontline και η DHT Holdings είδαν τα ημερήσια έσοδα ανά πλοίο να ξεπερνούν σε ορισμένες περιπτώσεις τα $100.000.

Ταυτόχρονα, οι ναυτιλιακές ασφαλιστικές εταιρείες (όπως οι Gard, Skuld και NorthStandard) αναπροσάρμοσαν άμεσα τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου. Οι χρεώσεις αυξήθηκαν από το τυπικό 0,25% έως και στο 1,5% ή και 10% της αξίας του πλοίου σε ειδικές περιπτώσεις. Αυτό σημαίνει ότι ένα μόνο πέρασμα για ένα πλοίο αξίας $100 εκατομμυρίων μπορούσε να κοστίσει $1,5 εκατομμύριο σε ασφάλιστρα, ενισχύοντας τη βραχυπρόθεσμη κερδοφορία των ασφαλιστών, υπό την προϋπόθεση ότι οι ζημιές σε εμπορικά σκάφη παρέμεναν περιορισμένες.

Τράπεζες της Wall Street

Η έντονη μεταβλητότητα που προκλήθηκε στις αγορές συναλλάγματος, ομολόγων και εμπορευμάτων ανάγκασε τους διεθνείς επενδυτές σε μαζικές αναδιαρθρώσεις χαρτοφυλακίων. Αυτή η αυξημένη κινητικότητα ευνόησε άμεσα τα τμήματα trading των μεγάλων αμερικανικών επενδυτικών τραπεζών.

Κέρδη Α’ Τριμήνου 2026

JPMorgan Chase  $16,5 δισ.
Bank of America  $8,6 δισ.
Citigroup  > $5,0 δισ.
Morgan Stanley  > $5,0 δισ.
Goldman Sachs  > $5,0 δισ.
Wells Fargo  > $5,0 δισ.

Συνολικά, τα έξι μεγαλύτερα ιδρύματα συγκέντρωσαν σχεδόν $48 δισεκατομμύρια σε κέρδη, με την JPMorgan να ηγείται της ανόδου μέσω των εξειδικευμένων desks FICC (σταθερό εισόδημα, νομίσματα, εμπορεύματα).

Η πολεμική δραστηριότητα έφερε στο φως και ύποπτα χρηματιστηριακά μοτίβα σε ψηφιακές πλατφόρμες στοιχημάτων και προβλέψεων, όπως το Polymarket και το Kalshi. Παρατηρήθηκε ασυνήθιστος όγκος συναλλαγών σε συμβόλαια πετρελαίου ελάχιστα λεπτά πριν από επίσημες πολιτικές ανακοινώσεις για την παύση των επιθέσεων, εγείροντας σοβαρές υποψίες για χρήση εσωτερικής πληροφόρησης (insider trading).

Ακαδημαϊκές αναλύσεις έδειξαν ότι συγκεκριμένοι νέοι λογαριασμοί πέτυχαν ποσοστά ευστοχίας κοντά στο 70% σε χιλιάδες περιπτώσεις στοιχημάτων γύρω από την εκεχειρία, γεγονός που θεωρείται στατιστικά αδύνατο χωρίς προγενέστερη γνώση των εξελίξεων. Τα συνολικά κέρδη από αυτές τις συντονισμένες κινήσεις εκτιμάται ότι ανήλθαν σε $143 εκατομμύρια, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις και θεσμικό έλεγχο.

 

 

 

Διαβάστε ακόμη: