Με την πιστωτική επέκταση να κινείται με υψηλές ταχύτητες από το ξεκίνημα της φετινής χρονιάς, οι διοικήσεις των τραπεζών προετοιμάζονται για έναν κρίσιμο κύκλο ανακοινώσεων οικονομικών αποτελεσμάτων πρώτου τριμήνου, που αναμένεται να δώσει το πρώτο σαφές στίγμα για τις επιδόσεις του κλάδου το 2026.
Τα τραπεζικά επιτελεία εισέρχονται σε μια περίοδο αυξημένων προσδοκιών, αλλά και έντονου ελέγχου από την αγορά, καθώς τα μεγέθη των πρώτων μηνών της χρήσης θα αποτυπώσουν αν οι φετινοί στόχοι μπορούν να διατηρηθούν παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Οι ημερομηνίες έχουν ήδη κλειδώσει. Η Εθνική Τράπεζα θα ανακοινώσει αποτελέσματα στις 8 Μαΐου, ενώ η γενική συνέλευση των μετόχων της έχει προγραμματιστεί για τις 30 Απριλίου. Η Eurobank θα ακολουθήσει στις 7 Μαΐου με τα αποτελέσματα τριμήνου και στις 28 Απριλίου με τη γενική συνέλευση.
Η Τράπεζα Πειραιώς θα ανοίξει ουσιαστικά τον κύκλο των ανακοινώσεων στις 30 Απριλίου, έχοντας προηγουμένως συγκαλέσει συνέλευση στις 21 Απριλίου. Η Alpha Bank έχει μεταθέσει την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της για τις 28 Μαΐου, ενώ η τακτική γενική συνέλευσή της θα πραγματοποιηθεί στις 26 Ιουνίου.
Τραπεζικοί αναλυτές εκτιμούν ότι μέσα από τις παρουσιάσεις των τραπεζιτών και τις τοποθετήσεις τους στις γενικές συνελεύσεις θα αναδειχθούν τέσσερα βασικά μέτωπα που θα καθορίσουν όχι μόνο την αποτίμηση του πρώτου τριμήνου αλλά και τις προσδοκίες για το σύνολο της χρονιάς.
Πρόκειται για την πορεία της πιστωτικής επέκτασης, τις προσδοκίες γύρω από τα επιτόκια, την ποιότητα των χαρτοφυλακίων δανείων και ειδικά την εικόνα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, καθώς και τη συμπεριφορά των καταθέσεων και των εσόδων από επενδυτικές δραστηριότητες.

Τα βασικά μέτωπα
Η πρώτη μεγάλη παράμετρος είναι η πιστωτική επέκταση, η οποία καταγράφεται ως ο κύριος μοχλός στήριξης της οργανικής κερδοφορίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αγοράς, τα επιχειρηματικά δάνεια κινούνται ήδη σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, καθώς οι τράπεζες επιχειρούν να επιταχύνουν τις εκταμιεύσεις σε μια περίοδο κατά την οποία το πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης οδεύει προς την τελική του φάση μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται κυρίως στη χρηματοδότηση επιχειρηματικών σχεδίων, με τις νέες χορηγήσεις να ενδέχεται να υπερβούν τα 2,5 δισ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο, εξέλιξη που ενισχύει τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας αλλά και δημιουργεί ευνοϊκή βάση για τα έσοδα από τόκους.
Αυτό ακριβώς το στοιχείο, σε συνδυασμό με την πιθανότητα νέας μεταβολής της νομισματικής πολιτικής, συνθέτει και το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο: τα επιτόκια. Παρότι μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει νέα κίνηση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στις τράπεζες θεωρούν πως το ενδεχόμενο δύο νέων αυξήσεων εντός του 2026 παραμένει σχεδόν σίγουρο.
Στο βασικό σενάριο των τραπεζιτών, κάθε αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης θα μπορούσε να ενισχύσει τα καθαρά έσοδα από τόκους κατά 150 έως 200 εκατ. ευρώ, ανάλογα με τη δομή του ισολογισμού κάθε ομίλου. Για τον λόγο αυτό, οι αναλυτές θα δώσουν ιδιαίτερη σημασία στις προβλέψεις των διοικήσεων για το επιτοκιακό περιβάλλον, καθώς από εκεί θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό και η δυνατότητα διατήρησης των υψηλών επιπέδων κερδοφορίας.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, η εικόνα δεν στερείται κινδύνων. Ο πόλεμος και συνολικότερα η γεωπολιτική αστάθεια παραμένουν βασική πηγή αβεβαιότητας για την πορεία του έτους. Στους κόλπους της αγοράς κυριαρχεί η εκτίμηση ότι, εφόσον η κρίση παραταθεί, δεν μπορεί να αποκλειστεί η ανάγκη αναθεωρήσεων στα επιχειρησιακά σχέδια των τραπεζών.
Προς το παρόν, πάντως, ένα τέτοιο σενάριο δεν θεωρείται το επικρατέστερο. Αντιθέτως, τραπεζικά στελέχη επισημαίνουν ότι η δυναμική στις χορηγήσεις παραμένει ισχυρή και λειτουργεί ως αντίβαρο στους εξωτερικούς κραδασμούς.

Κόκκινα δάνεια, καταθέσεις και trading
Το τρίτο μέτωπο αφορά την ποιότητα του ενεργητικού και ειδικά τα «κόκκινα» δάνεια. Παρά την αισιοδοξία που αποτυπώνεται στις έως τώρα τάσεις, η επιβάρυνση του διεθνούς περιβάλλοντος και η επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων συντηρούν ανησυχίες σε επιμέρους κατηγορίες χρηματοδοτήσεων. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στα ναυτιλιακά χαρτοφυλάκια, τα οποία επηρεάζονται πιο άμεσα από γεωπολιτικές αναταράξεις και τη μεταβλητότητα στο παγκόσμιο εμπόριο.
Οι ίδιες οι τράπεζες, πάντως, εμφανίζονται καθησυχαστικές, τονίζοντας ότι πρόκειται για δανειακά ανοίγματα υψηλής ποιότητας, με ισχυρές εξασφαλίσεις.
Πιέσεις καταγράφονται και στην καταναλωτική πίστη, καθώς και στη στεγαστική αγορά, λόγω της ακρίβειας και του υψηλού κόστους διαβίωσης που συνεχίζει να περιορίζει τα διαθέσιμα εισοδήματα. Σε αυτή τη συγκυρία, οι τράπεζες επιχειρούν να διατηρήσουν ζωντανή τη ζήτηση για στεγαστικά δάνεια μέσα από νέα εμπορικά προγράμματα και πιο ανταγωνιστικές επιλογές χρηματοδότησης.
Το ζητούμενο για τις διοικήσεις είναι να προστατεύσουν τον ρυθμό ανάπτυξης των χαρτοφυλακίων τους χωρίς να αναλάβουν υπέρμετρο ρίσκο σε μια περίοδο που η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών εξακολουθεί να δοκιμάζεται.
Το τέταρτο μεγάλο κεφάλαιο αφορά τις καταθέσεις και τα έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις. Στο μέτωπο των καταθέσεων, η βασική εκτίμηση κάνει λόγο για ήπια υποχώρηση στο πρώτο τρίμηνο, κυρίως για εποχικούς λόγους. Πρόκειται για μια μεταβολή που δεν προκαλεί ανησυχία, ωστόσο θα εξεταστεί προσεκτικά από τους αναλυτές, ιδίως σε ό,τι αφορά τη σύνθεση των υπολοίπων.
Οι τράπεζες συνεχίζουν ταυτόχρονα να δίνουν έμφαση στη μεταφορά μέρους της πελατειακής βάσης προς προϊόντα wealth management, επιδιώκοντας υψηλότερες προμήθειες.
Στον αντίποδα, το trading δεν αναμένεται να αποτελέσει θετικό παράγοντα για τα αποτελέσματα του τριμήνου. Η αυξημένη μεταβλητότητα στις αγορές, σε συνδυασμό με τις αβεβαιότητες στο διεθνές σκηνικό, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για χαμηλότερες επιδόσεις ή ακόμη και ζημιές από επενδυτικές δραστηριότητες. Αυτό σημαίνει ότι το σχετικό σκέλος δύσκολα θα έχει ουσιαστική συμβολή στην κερδοφορία του πρώτου τριμήνου, μεταφέροντας ακόμη μεγαλύτερο βάρος στις βασικές τραπεζικές εργασίες.

Η μερισματική πολιτική
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι γενικές συνελεύσεις αποκτούν φέτος ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς εκεί αναμένεται να δοθούν και οι πρώτες πιο καθαρές απαντήσεις για ένα ζήτημα που απασχολεί σταθερά τους μετόχους: τη μερισματική πολιτική. Η αγορά θέλει να διαπιστώσει αν οι διανομές θα παραμείνουν γενναιόδωρες, όπως προεξοφλείται, και αν οι τράπεζες αισθάνονται επαρκώς θωρακισμένες ώστε να συνεχίσουν τις υψηλές επιστροφές κεφαλαίου χωρίς να υπονομεύσουν την αναπτυξιακή τους δυναμική.
Το πρώτο τρίμηνο του 2026, επομένως, δεν θα είναι απλώς ένα ακόμη λογιστικό ορόσημο. Θα αποτελέσει το πρώτο ουσιαστικό crash test για το κατά πόσο οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να διατηρήσουν την ισορροπία ανάμεσα στην ανάπτυξη, την κερδοφορία και τη διαχείριση κινδύνων σε ένα περιβάλλον που παραμένει εύθραυστο. Και αυτό ακριβώς είναι που θα αναζητήσει η αγορά στις επόμενες εβδομάδες.
Διαβάστε ακόμη:
- Η επίθεση που εσχάτως δέχεται ο Φλωρίδης από media έχει …ονοματεπώνυμο
- Ποιο είναι το κρίσιμο στοίχημα του Νίκου Ανδρουλάκη ενόψει συνέχειας
- Λάκης Γαβαλάς: «Η Άννα Βίσση με έκανε να μην θέλω να την βλέπω»
- Γιατί δεν ζητήθηκε η παραίτηση του Λιβανού από τα Ελληνικά Πετρέλαια λόγω ΟΠΕΚΕΠΕ;
