Ισχυρές πιέσεις δέχονται δείκτες της Wall Street στη συνεδρίαση της Πέμπτης, καθώς η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου λόγω της κλιμάκωσης της έντασης στη Μέση Ανατολή επιβάρυνε το επενδυτικό κλίμα, ενώ οι αγορές αξιολογούν παράλληλα τα τριμηνιαία αποτελέσματα δύο από τις μεγαλύτερες εταιρείες παγκοσμίως, την Alphabet να χάνει 5% και την Tesla να υποχωρεί περίπου 10%.

Στο ταμπλό, αυτή την ώρα, ο Dow Jones υποχωρεί κατά 1,17% στις 51.608 μονάδες, ο S&P 500 διολισθαίνει σε ποσοστό 1,38% και τις 7.385 και ο Nasdaq καταγράφει ισχυρή πτώση 2,28% φτάνοντας τις 25.107 μονάδες.

Οι μετοχές δέχθηκαν πρόσθετες πιέσεις από την έντονη άνοδο του πετρελαίου, μετά την ανακοίνωση των Χούθι ότι επιτέθηκαν σε δύο σαουδαραβικά δεξαμενόπλοια στην Ερυθρά Θάλασσα, εντείνοντας τους φόβους για διεύρυνση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Οι τιμές ενισχύθηκαν περαιτέρω όταν ο Ντόναλντ Τραμπ απείλησε με βομβαρδισμούς ιρανικών υποδομών.

«Από αυτή τη στιγμή και στο εξής, κάθε φορά που η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θα επιτίθεται σε πλοίο στα Στενά του Ορμούζ, είτε με πύραυλο, ρουκέτα, drone ή οποιοδήποτε άλλο μέσο ή όπλο, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βομβαρδίζουν και θα καταστρέφουν μία γέφυρα ή μία μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που βρίσκονται δίπλα ή μέσα στην πρωτεύουσα, την Τεχεράνη», έγραψε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στο Truth Social.

Η προθεσμιακή τιμή του Brent εκτινάχθηκε πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, για πρώτη φορά από τον περασμένο Μάιο, αναζωπυρώνοντας τους χειρότερους φόβους των αγορών για μια ενεργειακή κρίση που μπορεί να οδηγήσει σε εκτόξευση του πληθωρισμού. Αναλόγως και το αμερικανικό αργό WTI κινήθηκε κοντά στα 82 δολάρια το βαρέλι.

«Ο πληθωρισμός παραμένει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των αγορών σήμερα το πρωί, με το Brent να ενισχύεται καθώς συνεχίζεται η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή», ανέφερε σε ενημερωτικό σημείωμα ο Τζιμ Ριντ της Deutsche Bank.

Παράλληλα, οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν μαζί με τις τιμές του πετρελαίου, με την απόδοση του 10ετούς Treasury να διαμορφώνεται στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 2025. «Οι συγκρούσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δεν δείχνουν σημάδια αποκλιμάκωσης, ενώ οι Χούθι ανακοίνωσαν ότι στόχευσαν δύο πετρελαιοφόρα στην Ερυθρά Θάλασσα, ενισχύοντας τις ανησυχίες ότι η σύγκρουση επεκτείνεται. Αυτό οδήγησε το πετρέλαιο σε υψηλό επτά εβδομάδων και τροφοδότησε τις εκτιμήσεις για νέες αυξήσεις επιτοκίων», σημειώνεται στην ίδια ανάλυση.

Πιέσεις στις αγορές προκάλεσαν και τα εταιρικά αποτελέσματα. Η μετοχή της Alphabet υποχώρησε κατά 5%, αφού η μητρική της Google αύξησε την πρόβλεψή της για τις κεφαλαιουχικές δαπάνες του 2026 έως και τα 205 δισ. δολάρια, επικαλούμενη τη συνεχιζόμενη ισχυρή ζήτηση για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Η αύξηση των επενδύσεων έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδυτές εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί απέναντι στις τεράστιες δαπάνες των τεχνολογικών κολοσσών για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.

Σημαντικές απώλειες κατέγραψε και η Tesla, με τη μετοχή της να υποχωρεί περισσότερο από 9%, μετά τα απογοητευτικά οικονομικά αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου. Η εταιρεία εμφάνισε κέρδη αισθητά χαμηλότερα των εκτιμήσεων, ενώ οι λειτουργικές δαπάνες αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό από τα έσοδά της.

Στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1969 οι νέες αιτήσεις για επίδομα ανεργίας στις ΗΠΑ

Οι νέες αιτήσεις για επίδομα ανεργίας στις Ηνωμένες Πολιτείες υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1969, ενισχύοντας τις ενδείξεις ότι η αμερικανική οικονομία επιταχύνει, την ώρα που η άνοδος των τιμών του πετρελαίου αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό.

Οι αρχικές αιτήσεις για επίδομα ανεργίας διαμορφώθηκαν στις 187.000 την εβδομάδα που έληξε στις 18 Ιουλίου, έναντι 209.000 την προηγούμενη εβδομάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε σήμερα το αμερικανικό υπουργείο Εργασίας.

«Οι προοπτικές για την οικονομική ανάπτυξη δείχνουν σημάδια υπερθέρμανσης, εφόσον τα σημερινά στοιχεία για τις εβδομαδιαίες αιτήσεις ανεργίας αποτυπώνουν την πραγματική εικόνα. Το ερώτημα, όμως, είναι για πόσο ακόμη θα διατηρηθεί αυτή η δυναμική, εάν οι τιμές της ενέργειας συνεχίσουν να εκτοξεύονται», σχολίασε στο CNBC ο Κρις Ράπκι, επικεφαλής οικονομολόγος της FWDBONDS.

Διαβάστε ακόμη: