Μπορεί οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού να υποχωρούν με μοχλό τη μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ, το όφελος όμως δεν φτάνει στη λιανική αγορά. Οι καταναλωτές στην Ελλάδα πλήρωσαν το 2025 την τρίτη υψηλότερη τιμή κιλοβατώρας στην Ευρώπη και σε όρους αγοραστικής δύναμης την ακριβότερη.

Όπως σημειώνει ρεπορτάζ της Καθημερινής, το 2025 η λιανική τιμή της κιλοβατώρας ήταν ακριβότερη κατά 36,5 ευρώ/μwh (ή 29,3%) και 72,6 ευρώ/μwh (57,8%) από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε όρους ονομαστικών τιμών και αγοραστικής δύναμης, αντιστοίχως. Η μεγάλη μάλιστα πλειοψηφία των καταναλωτών με τα πράσινα τιμολόγια (58% στο τέλος του 2025) πλήρωσε την κιλοβατώρα κατά μέσον όρο 13,3% ακριβότερα από τα μπλε και κατά 27,3% από τα κίτρινα, τα οποία ήταν η φθηνότερη επιλογή τη διετία 2024-2025. Σύμφωνα με την ανάλυση των χρωματιστών τιμολογίων του Green Tank, που στηρίζονται σε στοιχεία της ΡΑΑΕΥ, αν όλοι οι καταναλωτές με πράσινα τιμολόγια επέλεγαν κάθε μήνα το φθηνότερο κίτρινο θα μείωναν αθροιστικά για τη διετία τις δαπάνες τους για ηλεκτρική ενέργεια κατά 1,23 δισ. ευρώ.

----------

Τα συμπεράσματα της έκθεσης του Green Tank για τη λιανική αγορά ενέργειας στην Ελλάδα, που βασίζονται τόσο σε στοιχεία της Eurostat όσο και της ΡΑΑΕΥ για τη διετία 2024-2025, είναι αποκαλυπτικά του δυσανάλογου κόστους που πληρώνουν οι καταναλωτές στην Ελλάδα σε σχέση με τους καταναλωτές της υπόλοιπης Ευρώπης, όταν μάλιστα η ενεργειακή φτώχεια στη χώρα παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το μερίδιο των ελληνικών νοικοκυριών που έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας το 2025 ήταν 31,9%, ποσοστό 4,5 φορές υψηλότερο του αντίστοιχου μέσου όρους της Ε.Ε.-27 (7%).

Η έκθεση συγκρίνει μόνο τις τιμές προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, εξαιρουμένων όλων των φόρων, εισφορών και χρεώσεων δικτύων, το ανταγωνιστικό δηλαδή σκέλος του λογαριασμού ρεύματος, που αποτελεί και τον δείκτη ανταγωνιστικότητας της αγοράς. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η λιανική αγορά όσον αφορά το ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων στην Ελλάδα είναι διαχρονικά πολύ ακριβότερη από τον μέσο όρο της Ε.Ε.-27, τόσο σε ονομαστικές τιμές όσο και βάσει αγοραστικής δύναμης. Οι διαφορές με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο γιγαντώθηκαν κατά την περίοδο της ενεργειακής κρίσης του 2022, προσεγγίζοντας τα 200 ευρώ/μwh (198,2) σε όρους ονομαστικής τιμής και τα 269,5 ευρώ/μwh αν ληφθεί υπόψη η αγοραστική δύναμη. Παρά το ότι οι τιμές στην Ελλάδα πλησίασαν τον μέσο όρο της Ε.Ε.-27 το 2024, η ψαλίδα άνοιξε εκ νέου το 2025.

Ετσι, η Ελλάδα βρίσκεται το 2025 στην κορυφή της ακρίβειας στην Ε.Ε.-27 (25η θέση σε ονομαστική τιμή και 27η σε τιμές με βάση το πρότυπο αγοραστικής δύναμης).

Συγκριτικά μάλιστα με την Πορτογαλία και την Ισπανία, οι οποίες συχνά αναφέρονται στον δημόσιο διάλογο, οι διαφορές ήταν ακόμα μεγαλύτερες από αυτές σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο το 2025: 41,9 ευρώ/μwh ή 35,1% ήταν ακριβότερη η Ελλάδα από την Πορτογαλία και 50,3 ευρώ/μwh ή 45,4% από την Ισπανία.

Η έκθεση αποτυπώνει και τη συσχέτιση μεταξύ χονδρεμπορικής και λιανικής αγοράς, η οποία, όπως παρατηρεί, δεν είναι απόλυτη, ούτε ποσοτικά σταθερή κατά τη διάρκεια της περιόδου 2024-2025. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά το δίμηνο Μαΐου – Ιουνίου 2025 και ενώ η χονδρεμπορική αγορά παρουσίαζε πτωτική πορεία, η μέση χρέωση των πράσινων τιμολογίων κινήθηκε ανοδικά. Η απόκλιση μάλιστα μεταξύ χονδρεμπορικής και λιανικής παρατηρείται να μεγαλώνει ιδιαίτερα το δεύτερο τρίμηνο του 2025. Η απόκλιση, σύμφωνα με την έκθεση, ήταν κατά μέσον όρο 75,6 ευρώ/mwh το 2024 και κυμάνθηκε μεταξύ 58,5 ευρώ/mwh τον Δεκέμβριο και 87 ευρώ/mwh τον Ιούνιο, φτάνοντας στα 94 ευρώ/mwh κατά μέσον όρο το 2025. Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η τιμή που διαμορφώνεται στη χονδρεμπορική αγορά δεν αντιπροσωπεύει το τελικό χονδρεμπορικό κόστος ρεύματος, το οποίο ενσωματώνει τα κόστη της αγοράς εξισορρόπησης, τα οποία κινούνται ανοδικά, τα κόστη απωλειών – τεχνικών και ρευματοκλοπών, τις ανεξόφλητες οφειλές που συσσωρεύονται στους προμηθευτές, τα περιθώρια κέρδους, καθώς και τα διαχειριστικά έξοδα των εταιρειών.

Διαβάστε ακόμη: