Με σταθερές εισροές κεφαλαίων, αναβαθμίσεις αποτιμήσεων από διεθνείς οίκους και αναθέρμανση του ενδιαφέροντος των ξένων επενδυτών, οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται στο 2026 από σαφώς ισχυρότερη θέση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Ήδη από τις πρώτες εβδομάδες του έτους, το Χρηματιστήριο Αθηνών εμφανίζει αυξημένη κινητικότητα στους τραπεζικούς τίτλους, με την αγορά να προεξοφλεί ότι το 2026 μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής για τον κλάδο, ακόμη και πριν την επίσημη παρουσίαση των επικαιροποιημένων στρατηγικών σχεδίων των διοικήσεων.
Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η ελληνική αγορά κινείται πλέον σε διαφορετική τροχιά σε σχέση με άλλες αγορές της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με την Ενδιάμεση Έκθεση για το 2025, σε αντίθεση με αρκετές ευρωπαϊκές αγορές μετά τον Αύγουστο, στο ΧΑ δεν καταγράφηκαν εκροές κεφαλαίων.
Αντιθέτως, από το 2023 έως σήμερα έχουν εισρεύσει 23,2 δισ. ευρώ, ενώ στο επτάμηνο Μαΐου–Νοεμβρίου οι καθαρές εισροές ξεπέρασαν τα 300 εκατ. δολάρια, με μηνιαίο μέσο όρο άνω των 40 εκατ. δολαρίων.
Η εικόνα αυτή συνιστά ένδειξη σταθεροποίησης της επενδυτικής βάσης και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης προς την ελληνική κεφαλαιαγορά, με τις τράπεζες στο επίκεντρο.
Η αλλαγή κλίματος δεν είναι τυχαία. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν ολοκληρώσει έναν μακρύ κύκλο εξυγίανσης, αφήνοντας πίσω τη δεκαετία των υψηλών μη εξυπηρετούμενων δανείων, των διαδοχικών ανακεφαλαιοποιήσεων και της χαμηλής κερδοφορίας.
Σήμερα, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας συγκλίνουν με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τα κόκκινα δάνεια έχουν περιοριστεί δραστικά και η κερδοφορία έχει αποκατασταθεί σε επίπεδα που επιτρέπουν τόσο διανομή μερισμάτων όσο και επανεπένδυση σε νέες δραστηριότητες.
Παράλληλα, οι κεφαλαιοποιήσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ οι διοικήσεις κινούνται πλέον με στρατηγική αυτοπεποίθηση.
Πληθαίνουν τα σενάρια εξαγορών
Σε αυτό το περιβάλλον, ενισχύονται τα σενάρια συγκέντρωσης και εξαγορών στον ευρωπαϊκό τραπεζικό χάρτη, με την Ελλάδα να επιστρέφει δυναμικά στο ραντάρ των μεγάλων ομίλων. Χαρακτηριστική ήταν η δημόσια τοποθέτηση του διευθύνοντος συμβούλου της Eurobank, Φωκίωνα Καραβία, ο οποίος μίλησε για σημαντικές αλλαγές στην αρχιτεκτονική του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος την επόμενη πενταετία.
Όπως σημείωσε, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο κινήσεων από μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες στην ελληνική αγορά, αντίστοιχων με τη στρατηγική συμμετοχή της UniCredit στην Alpha Bank, εξέλιξη που θεωρείται ορόσημο για την επανατοποθέτηση της χώρας στον ευρωπαϊκό τραπεζικό χάρτη.
Ήδη στο προσκήνιο έχει επιστρέψει το σενάριο μιας πλήρους εξαγοράς της Alpha Bank από τη UniCredit, μετά την ανακοίνωση ότι ο ιταλικός όμιλος αύξησε μέσω παραγώγων τη συνθετική του θέση κατά 2,272%. Η άμεση συμμετοχή διαμορφώνεται περίπου στο 29,8%, ανεβάζοντας τη συνολική άμεση και έμμεση συμμετοχή στο 32,069%. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα κινηθεί προς το 33,3%, όριο που θα οδηγούσε σε δημόσια πρόταση.
Η εξέλιξη αυτή κυριαρχεί στους επενδυτικούς κύκλους, ιδίως μετά τις πληροφορίες για συναντήσεις στελεχών της Alpha Bank με διεθνείς επενδυτές σε Σιγκαπούρη και Χονγκ Κονγκ. Η αγορά διχάζεται ανάμεσα στο σενάριο πρόθεσης εξαγοράς και σε εκείνο της διαχείρισης και αντιστάθμισης κινδύνου.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στην Alpha Bank. Το παρασκήνιο είναι έντονο και για τις υπόλοιπες συστημικές τράπεζες, καθώς οι όγκοι συναλλαγών από την αρχή του έτους είναι αυξημένοι και οι αποδόσεις των τραπεζικών μετοχών στις πρώτες συνεδριάσεις του 2026 υπερβαίνουν το 10%.
Ειδικά για την Τράπεζα Πειραιώς, πληροφορίες θέλουν τον CEO Χρήστο Μεγάλου να βρίσκεται στο ραντάρ της Intesa Sanpaolo, η οποία φέρεται να εξετάζει είσοδο στην ελληνική αγορά στα βήματα της UniCredit.
Παράλληλα, επανέρχονται και οι πληροφορίες που συνδέουν την Eurobank με τον βελγικό τραπεζοασφαλιστικό όμιλο KBC, ο οποίος φέρεται να διατηρεί ενεργό ενδιαφέρον για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, έστω και σε βάθος χρόνου.
Τα θεμελιώδη
Σε επίπεδο θεμελιωδών μεγεθών, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης. Ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις διαμορφώνεται περίπου στο 62%, όταν για μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες κινείται κοντά ή και πάνω από το 97%, στοιχείο που υποδηλώνει υψηλή ρευστότητα και δυνατότητα περαιτέρω πιστωτικής επέκτασης χωρίς πίεση στους ισολογισμούς.
Ταυτόχρονα, οι τράπεζες διευρύνουν το επιχειρηματικό τους μοντέλο, επενδύοντας σε τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα, διαχείριση κεφαλαίων, private banking και επενδυτική τραπεζική, ενώ η γεωγραφική διαφοροποίηση σε αγορές όπως η Κύπρος, η Νοτιοανατολική Ευρώπη και ο Κόλπος μειώνει τον κίνδυνο και ενισχύει τις προοπτικές.
Το 2025 λειτούργησε ως έτος θεμελίωσης για τον κλάδο. Το 2026, όμως, διαμορφώνεται ως χρονιά απόδοσης. Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και η προοπτική νέων ευρωπαϊκών προγραμμάτων με έμφαση στην άμυνα, τις υποδομές και τις τεχνολογίες αιχμής δημιουργούν νέο κύκλο χρηματοδοτήσεων, ενώ τα υγιή χαρτοφυλάκια δανείων που έχουν ήδη χτιστεί υπόσχονται σταθερές ροές εσόδων.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνικές τράπεζες δείχνουν έτοιμες να περάσουν σε μια νέα φάση ωρίμανσης, διεκδικώντας ρόλο πρωταγωνιστή στον ευρωπαϊκό τραπεζικό χάρτη.
Σε τροχιά αποκαλύψεων τα business plans των τραπεζών
Σε κρίσιμη καμπή εισέρχεται το επενδυτικό αφήγημα των ελληνικών τραπεζών, καθώς η αγορά προετοιμάζεται για τις πρώτες ολοκληρωμένες παρουσιάσεις των τριετών επιχειρησιακών σχεδίων (2026–2028). Τα business plans που θα παρουσιαστούν τέλη Φεβρουαρίου – αρχές Μαρτίου, με αφορμή τα αποτελέσματα της χρήσης 2025, αναμένεται να αποτελέσουν σημείο αναφοράς για τις αποτιμήσεις και τις στρατηγικές επιλογές του κλάδου.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές, οι φετινές παρουσιάσεις έχουν αυξημένο ειδικό βάρος, καθώς έρχονται μετά από έναν εκτεταμένο κύκλο μη οργανικής ανάπτυξης. Οι τράπεζες προχώρησαν τα προηγούμενα χρόνια σε εξαγορές και επεκτατικές κινήσεις, με στόχο τη διαφοροποίηση των εσόδων τόσο σε επίπεδο δραστηριοτήτων όσο και γεωγραφικά. Πλέον, το ζητούμενο είναι πώς αυτές οι κινήσεις θα ενσωματωθούν λειτουργικά και πώς θα αποτυπωθούν στα οργανικά αποτελέσματα και την καθαρή κερδοφορία.
«Η αγορά περιμένει να δει αν η μεγέθυνση μεταφράζεται σε διατηρήσιμη κερδοφορία», σημειώνει χαρακτηριστικά αναλυτής, προσθέτοντας ότι για πρώτη φορά θα υπάρχει πλήρης εικόνα της νέας αρχιτεκτονικής των ομίλων μετά την ολοκλήρωση των περισσότερων εξαγορών. Το ενδιαφέρον εστιάζεται τόσο στα καθαρά έσοδα από τόκους όσο και στις προμήθειες, που αποκτούν αυξανόμενη σημασία σε περιβάλλον ομαλοποίησης των επιτοκίων.
Παράλληλα, στο επίκεντρο βρίσκονται και οι αποφάσεις για τη διάθεση της υψηλής κερδοφορίας. Μέχρι στιγμής, οι ανακοινώσεις δείχνουν σαφή στροφή προς γενναιόδωρες διανομές, με την Εθνική Τράπεζα και τη Eurobank να έχουν προαναγγείλει διανομή έως και 60% των κερδών του 2025, την Alpha Bank ποσοστό άνω του 50% και την Τράπεζα Πειραιώς το 50%.
Ωστόσο, παραμένει ανοικτό το ερώτημα αν οι διοικήσεις θα περιοριστούν στην επιβράβευση των μετόχων ή αν θα διατηρήσουν «πυρομαχικά» για νέες εξαγορές, εφόσον προκύψουν ελκυστικές ευκαιρίες.
Τα βασικά στοιχεία
Η Eurobank ξεχωρίζει για την ισχυρή διεθνή παρουσία και τη διαφοροποιημένη βάση κερδών της. Στην Κύπρο, έχει εξελιχθεί στη μεγαλύτερη τράπεζα βάσει ενεργητικού, υποστηριζόμενη από σημαντική παρουσία στην τοπική ασφαλιστική αγορά μέσω της συνεργασίας με την CNP. Στη Βουλγαρία, η θυγατρική Postbank Bulgaria κατατάσσεται ως ο τέταρτος μεγαλύτερος δανειστής της χώρας. Πέρα από την Ευρώπη, η Eurobank προχωρά στην ίδρυση γραφείου στη Βομβάη, ενώ η θυγατρική στο Λουξεμβούργο λειτουργεί ως κόμβος private banking και διαχείρισης περιουσίας. Στην Ελλάδα, η απόκτηση 80% της Eurolife Life ενίσχυσε το ασφαλιστικό franchise, ενώ τα σχέδια για δραστηριότητες στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σηματοδοτούν περαιτέρω διεθνείς φιλοδοξίες. Οι διεθνείς δραστηριότητες αντιπροσωπεύουν περίπου 53% της κερδοφορίας, στηρίζοντας τη γεωγραφική διαφοροποίηση και την επιτυχία της εξωστρεφούς στρατηγικής.
Η πρόσφατη εξαγορά της Εθνική Ασφαλιστική από την Τράπεζα Πειραιώς αποτελεί στρατηγικό ορόσημο και αναδιαμορφώνει τη δυναμική στην εγχώρια ασφαλιστική αγορά. Για την Πειραιώς, το deal λειτουργεί ως βασικός μοχλός ανάπτυξης, ενισχύοντας ουσιαστικά τη διαφοροποίηση εσόδων, με τα έσοδα από ασφάλειες να εκτιμάται ότι θα προσεγγίσουν τα 100 εκατ. ευρώ την επόμενη τριετία. Παράλληλα, η τράπεζα επενδύει στην ψηφιακή καινοτομία μέσω της συμμετοχής στη Snappi. Η Snappi στοχεύει σε περίπου δύο εκατ. πελάτες έως το 2028 (περίπου 50.000 έχουν επιτευχθεί έως σήμερα στην Ελλάδα) και σχεδιάζει επέκταση σε τρεις επιπλέον χώρες, ενισχύοντας τη ψηφιακή και διεθνή στρατηγική της Πειραιώς.
Η Alpha Bank εισέρχεται στο 2026 με ανανεωμένη έμφαση στην ανάπτυξη και τον μετασχηματισμό, στηριζόμενη σε στοχευμένες εξαγορές, ολοκληρωμένη αναδιοργάνωση και εμβάθυνση της συνεργασίας με την UniCredit. Η εξαγορά της Astro Bank αναβάθμισε τη θέση της στην Κύπρο ως τρίτης μεγαλύτερης τράπεζας με μερίδιο περίπου 10% του ενεργητικού. Παράλληλα, η συγχώνευση της Altius Insurance Company με την Universal Life δημιούργησε τον τρίτο μεγαλύτερο ασφαλιστικό όμιλο στη χώρα. Πρόσθετες εξαγορές, όπως οι AXIA Ventures και Flexfin, διεύρυναν την παρουσία σε επενδυτική τραπεζική και χρηματοδότηση ΜΜΕ με fintech επίκεντρο, ενισχύοντας το επιχειρηματικό μείγμα και τις δυνατότητες κερδών.
Η Εθνική Τράπεζα διαθέτει ισχυρά κεφαλαιακά αποθέματα (δείκτης CET1 ~19% στα τέλη Σεπτεμβρίου 2025, ο υψηλότερος στον κλάδο) και είναι πιθανό να αναζητήσει στρατηγικά σημαντική εξαγορά στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Ταυτόχρονα, έχει επενδύσει πάνω από 1 δισ. ευρώ σε τεχνολογία τα τελευταία χρόνια, περιλαμβανομένων πρωτοβουλιών τεχνητής νοημοσύνης (AI). Οι κινήσεις αυτές αναμένεται να κορυφωθούν με πλήρως ψηφιοποιημένες διαδικασίες, βελτιώνοντας αποτελεσματικότητα, επεκτασιμότητα και εμπειρία πελάτη, και τοποθετώντας την τράπεζα στην πρώτη γραμμή ψηφιακής υιοθέτησης.
Η CrediaBank, πέμπτη μεγαλύτερη τράπεζα της Ελλάδας με εν δυνάμει διεθνή παρουσία, εισέρχεται στο 2026 μετά από μετασχηματιστικές κινήσεις. Η συμφωνία για την απόκτηση 70% της HSBC Μάλτας θα διπλασιάσει ουσιαστικά το μέγεθος της τράπεζας μετά την ολοκλήρωση, ενισχύοντας τη διεθνή επέκταση και την πελατειακή βάση. Επιπλέον, η απόκτηση πλειοψηφικού μεριδίου στην Pantelakis Securities ενισχύει τις χρηματιστηριακές δυνατότητες και ανοίγει νέες ροές εσόδων. Η συμφωνία με την Euronet Worldwide για την πώληση δραστηριοτήτων αποδοχής/εκκαθάρισης καρτών και του δικτύου ATM εντάσσεται στη βελτίωση επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας και στην εστίαση σε υψηλότερης προστιθέμενης αξίας δραστηριότητες.
Τέλος, η Optima Bank θα επικεντρωθεί τα επόμενα δύο χρόνια σε ισχυρή αλλά πιο μετριοπαθή ανάπτυξη, διατηρώντας υψηλή ποιότητα ενεργητικού και κερδοφορία. Προτεραιότητες αποτελούν η πειθαρχημένη επέκταση σε ΜΜΕ, επιχειρηματική τραπεζική και εύπορους πελάτες, η διαφοροποίηση χαρτοφυλακίου δανείων και η διεύρυνση πηγών χρηματοδότησης με μεγαλύτερο μερίδιο λιανικών καταθέσεων. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στην αποτελεσματικότητα μέσω λιτού λειτουργικού μοντέλου, συνεχούς ψηφιοποίησης και ισχυρής δημιουργίας βασικών εσόδων.
Μπαράζ θετικών εκθέσεων
Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης και ανάλυσης εμφανίζονται πλέον σαφώς πιο αισιόδοξοι για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο. Η Moody’s εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται στο 2026 από συγκριτικά ισχυρή θέση εντός του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα και αναμένει διατήρηση θετικής επιχειρηματικής δυναμικής τα επόμενα δύο χρόνια. Ο οίκος προεξοφλεί την παρουσίαση νέων στρατηγικών σχεδίων 2026–2028, με έμφαση στη διαφοροποίηση πηγών εσόδων, τη βαθύτερη διείσδυση στον ασφαλιστικό τομέα, την ανάπτυξη των δανειακών χαρτοφυλακίων, την ψηφιακή μετάβαση και τη διεθνή επέκταση.
Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η ανάλυση της Autonomous Research. Στο European Banks Roadmap 2026 τοποθετεί τις ελληνικές τράπεζες στην κορυφή της πανευρωπαϊκής κατάταξης, χαρακτηρίζοντας την Ελλάδα «top of the pops». Σύμφωνα με τον οίκο, οι ελληνικές τράπεζες προσφέρουν τον ελκυστικότερο συνδυασμό αποτίμησης, ανάπτυξης και αποδοτικότητας κεφαλαίων στην Ευρώπη. Σε ένα περιβάλλον γενικευμένου re-rating για τον κλάδο, με αποτιμήσεις που δυνητικά μπορούν να κινηθούν πάνω από 11 φορές κέρδη, οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται με look-through P/E ~7x για το 2027, επίπεδα που κρίνονται ασύμβατα με τα θεμελιώδη μεγέθη τους.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η UBS, η οποία επαναφέρει την Ελλάδα δυναμικά στο επενδυτικό ραντάρ, ξεχωρίζοντας την Τράπεζα Πειραιώς ως κορυφαία επιλογή στα ευρωπαϊκά τραπεζικά χαρτοφυλάκια. Σύμφωνα με το πρόσφατο roadshow feedback, μετά τη σχετική υποαπόδοση του τελευταίου τριμήνου του 2025, οι ελληνικές τραπεζικές μετοχές ξεκίνησαν δυναμικά το 2026, υποβοηθούμενες από διαρθρωτική πιστωτική ανάπτυξη, ελκυστικά πελατειακά spreads και την εκτίμηση ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εισέρχεται σε φάση παύσης της αυστηρής νομισματικής πολιτικής.
Θετικό παραμένει και το αφήγημα της Goldman Sachs, η οποία χαρακτηρίζει τις ελληνικές τράπεζες ένα από τα πιο ελκυστικά επενδυτικά stories στην Ευρώπη, δίνοντας συγκεκριμένες τιμές-στόχους. Παράλληλα, τόσο η JP Morgan όσο και η Deutsche Bank επισημαίνουν ότι ο κλάδος εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με discount 15%–20% έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών, εν μέρει λόγω της περιορισμένης επενδυτικής προσοχής που συνεπάγεται η κατάταξη της αγοράς στις αναδυόμενες.
Ωστόσο, η επικείμενη αναβάθμιση του MSCI εκτιμάται ότι μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης άρσης αυτής της στρέβλωσης, ανοίγοντας τον δρόμο για περαιτέρω re-rating των ελληνικών τραπεζικών μετοχών.
Διαβάστε ακόμη:
- Mega deal Μυτιληναίου – Τσάκου σε έργα αποθήκευσης ενέργειας στην Κεντρική Ελλάδα
- Γιώργος Στάσσης από WEF26: Πώς η ΔΕΗ εξελίσσεται σε Powertech Όμιλο
- ΑΔΜΗΕ: Αύξηση μετοχικού κεφαλαίου τέλος Ιανουαρίου χωρίς νέο επενδυτή
- Εξάρχου από το Νταβός: Η Ευρώπη κινείται σε μία γκρίζα ζώνη, πρέπει να αποφασίσει τι θέλει