Σημαντικά ερωτήματα για τη δομή, τη χρηματοδότηση και την αποτελεσματικότητα του Προσωρινού Ταμείου Απανθρακοποίησης της ΕΕ καταγράφει σε έκθεσή του το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ), επισημαίνοντας αδυναμίες που θα μπορούσαν να περιορίσουν τον πραγματικό του ρόλο στην πράσινη μετάβαση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Το Ταμείο προτάθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2025, με στόχο να στηρίξει προσωρινά επιχειρήσεις σε τομείς υψηλής έντασης άνθρακα, όπως τα λιπάσματα, το αλουμίνιο, ο σίδηρος και ο χάλυβας, οι οποίες αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο «διαρροής άνθρακα» – δηλαδή μεταφοράς της παραγωγής εκτός ΕΕ σε χώρες με χαλαρότερους κανόνες εκπομπών.
Η χρηματοδότηση του Ταμείου θα προέλθει από τα έσοδα του μηχανισμού συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM), μέσω της πώλησης πιστοποιητικών σε εισαγωγείς προϊόντων υψηλής έντασης άνθρακα. Για τα έτη 2026 και 2027, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεταβιβάζουν στο Ταμείο το 25% των σχετικών εσόδων.
Ωστόσο, το ΕΕΣ εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για το κατά πόσο το Ταμείο θα πετύχει τον βασικό του στόχο: την ενίσχυση νέων επενδύσεων στην απανθρακοποίηση. Όπως επισημαίνεται, οι όροι χορήγησης της στήριξης είναι σε μεγάλο βαθμό παρόμοιοι με εκείνους του συστήματος εμπορίας εκπομπών (ETS), ενώ οι πληρωμές θα βασίζονται στην ιστορική παραγωγή των επιχειρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι το Ταμείο δεν θα χρηματοδοτεί άμεσα νέες πράσινες επενδύσεις, αλλά θα λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός στήριξης υφιστάμενης δραστηριότητας.
Στο ίδιο πλαίσιο, το ΕΕΣ υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή δεν έχει εκτιμήσει επαρκώς τον βαθμό στον οποίο οι πρόσθετοι όροι του Ταμείου θα οδηγήσουν σε νέες επενδύσεις, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα για τον πραγματικό του αντίκτυπο στην ενεργειακή μετάβαση.
Πέραν της αποτελεσματικότητας, ζητήματα εγείρονται και σε ό,τι αφορά τη χρηματοοικονομική του δομή. Οι εκτιμήσεις της Επιτροπής κάνουν λόγο για συνολικά έσοδα περίπου 632 εκατ. ευρώ και δαπάνες 265 εκατ. ευρώ, δημιουργώντας μια εμφανή αναντιστοιχία που θέτει υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο είναι αναγκαίο το ποσοστό συνεισφοράς 25% από τα κράτη μέλη. Επιπλέον, τα στοιχεία αυτά χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα αβέβαια, λόγω της μεταβλητότητας στις τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών και της απουσίας ιστορικών δεδομένων για τα έσοδα του CBAM.
Ιδιαίτερη κριτική ασκείται και στον χρονισμό των ροών χρηματοδότησης. Τα κράτη μέλη θα μεταφέρουν τα έσοδα στο Ταμείο το 2028 και το 2029, ενώ οι πληρωμές προς τις επιχειρήσεις θα ξεκινήσουν μόνο το 2029. Αυτό σημαίνει ότι σημαντικά ποσά ενδέχεται να παραμείνουν ανενεργά για μεγάλο διάστημα, χωρίς σαφή πρόβλεψη για τη διαχείρισή τους.
Παράλληλα, το ΕΕΣ εντοπίζει προβλήματα και στις παρεκκλίσεις που ζητά η Επιτροπή από τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ. Σε μία από αυτές διαφωνεί ρητά, εκτιμώντας ότι παραβιάζει βασικές αρχές του προϋπολογισμού, ενώ για άλλες επισημαίνει ότι δεν αποτυπώνονται με σαφήνεια ή ενδέχεται να δημιουργήσουν κινδύνους για τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση.
Στον αντίποδα, το ΕΕΣ αναγνωρίζει ως θετικό στοιχείο το γεγονός ότι το Ταμείο αξιοποιεί υφιστάμενες διοικητικές δομές του συστήματος ETS, περιορίζοντας τον διοικητικό φόρτο και το κόστος εφαρμογής.
Τέλος, όπως επισημαίνει το ΕΕΣ, η εικόνα που προκύπτει είναι ενός εργαλείου με σαφή πολιτική στόχευση, αλλά αμφίβολη αποτελεσματικότητα. Το Ταμείο σχεδιάζεται ως μεταβατική λύση για τα πρώτα χρόνια της κατάργησης των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών, ωστόσο η περιορισμένη του σύνδεση με νέες επενδύσεις και οι ασάφειες στη χρηματοδότηση ενδέχεται να περιορίσουν τον ρόλο του στην επιτάχυνση της απανθρακοποίησης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Διαβάστε ακόμη:
- Το …νινί σέρνει καράβι: Στα βήματα της Belita και η Κάτια Ταραμπάνκο
- Φαρμακείο αυτοκινήτου: Τι αλλάζει από 18 Ιουνίου – Υποχρεωτικός εξοπλισμός και πρόστιμο
- Μυτιλήνη: Οριακή η κατάσταση στο νησί – Αδειάζουν τα ψυγεία των σούπερ μάρκετ
- Ο υφυπουργός που έφαγε μια κατσαρόλα στο κεφάλι από τη γυναίκα του επειδή δεν μπήκε στην κυβέρνηση
