Το έργο του οικονομικού επιτελείου μόνο εύκολο δεν θα είναι για τα επόμενα χρόνια.

Βασικοί στόχοι για την επόμενη τετραετία, η διατήρηση των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, οι αναγκαίες προσαρμογές στο παραγωγικό μοντέλο της οικονομίας, η περαιτέρω μείωση του φορολογικού βάρους, η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, η ευρωστία του τραπεζικού συστήματος, και τέλος, η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, των δημοσίων επενδύσεων, και της δημόσιας περιουσίας.

Παράλληλα, στο οικονομικό επιτελείο καταλαβαίνουν πολύ καλά, ότι θα πρέπει με κάθε τρόπο να διατηρηθεί η δημοσιονομική πειθαρχία.

Το θετικό γεγονός είναι, ότι ο κρατικός προϋπολογισμός εξακολουθεί να υπεραποδίδει, δημιουργώντας έτσι τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο για την χρηματοδότηση των προεκλογικών υποσχέσεων.

Ειδικότερα, η εκτέλεση του προϋπολογισμού για το διάστημα Ιανουαρίου – Μαΐου του 2023 παρουσιάζει πρωτογενές πλεόνασμα 2,3 δισ. ευρώ έναντι στόχου για πρωτογενές έλλειμμα 1,4 δισ. ευρώ.

Αυτό προέκυψε από την υπέρβαση των εσόδων έναντι του στόχου, κυρίως λόγω των αυξημένων εσόδων από τον ΦΠΑ, αλλά και των εσόδων από το Φόρο Εισοδήματος. Η υπέρβαση στο 5μηνο διαμορφώνεται, έναντι του στόχου, στα 1,917 δισ. ευρώ ή 9,2%.

Επιπλέον, η ελληνική οικονομία θα παραμείνει σε σταθερή τροχιά ανάπτυξης καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, με τους ρυθμούς μεγέθυνσής της να έχουν επανέλθει σε επίπεδα που αντανακλούν την μεταπανδημική επιστροφή στην κανονικότητα, όπως εκτιμά το ΚΕΠΕ.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες προβλέψεις του ΚΕΠΕ, ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής του πραγματικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) της Ελλάδας για το έτος 2023 προβλέπεται στο 2,2%.

Οι προεκλογικές υποσχέσεις εν μέσω δημοσιονομικής πειθαρχίας

Όπως είχε επισημάνει πρόσφατα και το ΙΟΒΕ, η δημοσιονομική πειθαρχία, πέραν του ότι αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και μείωσης του κόστους χρηματοδότησής του, είναι πλέον επιβεβλημένη μετά την πρόσφατη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την απενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής το 2024, καθώς και μέσα σε ένα νέο, υπόδιαμόρφωση, πλαίσιο δημοσιονομικών κανόνων, το οποίο ενδέχεται να επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία στο ύψος των δημοσιονομικών πλεονασμάτων των κυβερνήσεων, μέσω της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων και διαρθρωτικών μέτρων, αλλά και προβλέπει την επιβολή οικονομικών κυρώσεων και αναστολή εκταμιεύσεις κεφαλαίων της ΕΕ σε περίπτωση μη τήρησης των κανόνων.

Στο οικονομικό επιτελείο πάντως υποστηρίζουν ότι, οι προεκλογικές δεσμεύσεις είναι σε απόλυτη συμφωνία με τους στόχους που έχουν τεθεί στο Πρόγραμμα Σταθερότητας που υποβλήθηκε πριν από τις εκλογές στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Συγκεκριμένα, το Πρόγραμμα Σταθερότητας περιλαμβάνει στο βασικό σενάριο, το κόστος της αύξησης των συντάξεων κάθε έτος με βάση το ΑΕΠ και τον πληθωρισμό (που υπολογίζεται σε 450 εκατ. το πρώτο έτος και βαίνει αυξανόμενο, ώστε να φτάσει σωρευτικά τα 800 εκατ. ευρώ το 2025, το 1,1 δισ. ευρώ το 2026 και 1,5 δισ. ευρώ το 2027), καθώς και την εξαγγελθείσα από τη ΔΕΘ, αύξηση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων από 1/1/2024 (κατά 500 εκατ. ευρώ), όπως και την αύξηση των αναπηρικών επιδομάτων (κατά 95 εκατ. ευρώ) που ισχύει από αυτόν τον μήνα.

Στο Πρόγραμμα Σταθερότητας επίσης γίνεται η αναφορά για τα επιπλέον δημοσιονομικά μέτρα που έχουν ανακοινωθεί, ύψους 0,1% του ΑΕΠ το 2024 και 0,3% του ΑΕΠ το 2025 και το 2026, που καλύπτονται από τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.

Αυτά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:

• την αύξηση του αφορολόγητου κατά 1.000 ευρώ για οικογένειες με παιδιά (κόστος 77 εκατ. ευρώ ετησίως),
• την αύξηση κατά 8% του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (κόστος 49 εκατ. ευρώ ετησίως),
• τη σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος (κόστος 89 εκατ. ευρώ το 2025, 222 εκατ. ευρώ το 2026 και 443 εκατ. ευρώ το 2027),
• τη σταδιακή μείωση των ασφαλιστικών εισφορών (με κόστος 230 εκατ. ευρώ το 2025 και 2026 και 509 εκατ. το 2027),
• την αύξηση του επιδόματος μητρότητας στους ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες (με κόστος 40 εκατ. ευρώ ετησίως),
• τη μονιμοποίηση της απαλλαγής των πρώην δικαιούχων Ε.Κ.Α.Σ. από τη συμμετοχή τους στη φαρμακευτική δαπάνη (με κόστος 38 εκατ. ευρώ ετησίως),
• το youth pass για τους νέους που ενηλικιώνονται (με κόστος 30 εκατ. ευρώ ετησίως) και
• τη μείωση ΕΝΦΙΑ 10% για σπίτια που ασφαλίζονται για φυσικές καταστροφές (με κόστος περί τα 40 εκατ. ευρώ ετησίως).

Το συνολικό κόστος των ανωτέρω μέτρων ανέρχεται σε 1,3 δισ. ευρώ το 2024, 2 δισ. ευρώ το 2025, 2,5 δισ. ευρώ το 2026 και 3,3 δισ. ευρώ το 2027.

Αυτός είναι και ο υπολογιζόμενος δημοσιονομικός χώρος που υπάρχει σύμφωνα με τις προβλέψεις του Προγράμματος Σταθερότητας. Άρα, η υλοποίηση των προεκλογικών υποσχέσεων συμβαδίζει με τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ε.Ε. και την απαιτούμενη διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας, σύμφωνα πάντα με το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης.

Οι επερχόμενες αλλαγές στους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες

Σε κάθε περίπτωση, το 2024 σηματοδοτεί την επιστροφή της Ευρώπης στην δημοσιονομική πειθαρχία.

Ειδικά για την Ελλάδα, υπενθυμίζεται ότι πρόσφατα η Κομισιόν, στην 2η Έκθεση Μεταπρογραμματικής Εποπτείας, ζήτησε τον περιορισμό της ονομαστικής αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών που χρηματοδοτούνται σε εθνικό επίπεδο, όχι περισσότερο από 2,6%.

Από κει και πέρα, η Επιτροπή έχει υποβάλλει νομοθετικές προτάσεις για την οικοδόμηση ενός πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης κατάλληλο για τις μελλοντικές προκλήσεις.

Ο βασικός στόχος της μεταρρύθμισης είναι η ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους και η προώθηση της βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης μέσω μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων.

Τα κεντρικά στοιχεία αυτών των προτάσεων είναι:

Ισχυρότερη εθνική ιδιοκτησία με εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά-διαρθρωτικά σχέδια που συνενώνουν τις δημοσιονομικές, μεταρρυθμιστικές και επενδυτικές πολιτικές κάθε κράτους μέλους, σε ένα κοινό πλαίσιο της ΕΕ. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις και οι επενδύσεις θα συμβάλουν στην οικοδόμηση της πράσινης, ψηφιακής και ανθεκτικής οικονομίας του μέλλοντος και θα καταστήσουν την ΕΕ πιο ανταγωνιστική.
Πιο απλοί και πιο διαφανείς κανόνες, με οδούς δημοσιονομικής προσαρμογής που διατυπώνονται με όρους πολυετών στόχων δαπανών που διασφαλίζουν τη μείωση του δημόσιου χρέους και ότι τα ελλείμματα παραμένουν κάτω από το 3% του ΑΕΠ.
-Πιο σταδιακά μονοπάτια δημοσιονομικής προσαρμογής, εάν συνδυάζονται με αξιόπιστες μεταρρυθμίσεις και επενδυτικές δεσμεύσεις που ενθαρρύνουν τη βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη σύμφωνα με τις προτεραιότητες της ΕΕ.
-Ενισχυμένη επιβολή και κοινές διασφαλίσεις ως αντίστοιχη της μεγαλύτερης ελευθερίας των κρατών μελών να καθορίσουν τις οδούς δημοσιονομικής προσαρμογής τους.
-Νέα ελάχιστα πρότυπα σε επίπεδο ΕΕ για την ανεξαρτησία και την τεχνική ικανότητα και καθήκοντα για τα εθνικά Ανεξάρτητα Δημοσιονομικά Ιδρύματα, καθώς και μια αρχή συμμόρφωσης ή εξήγησης για τις εθνικές αρχές σχετικά με τις συστάσεις αυτών των θεσμών.

Νέο πλαίσιο κανόνων και υποχρεώσεων

Το μεταρρυθμισμένο πλαίσιο θα βοηθήσει τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν τις μεσοπρόθεσμες δημοσιονομικές προκλήσεις.

Σύμφωνα με την Κομισιόν:

Για κάθε κράτος μέλος με δημόσιο έλλειμμα άνω του 3% του ΑΕΠ ή δημόσιο χρέος άνω του 60% του ΑΕΠ, η Επιτροπή θα εκδίδει μια «τεχνική τροχιά» για κάθε χώρα. Αυτή η τροχιά θα επιδιώξει να διασφαλίσει ότι το χρέος θα τεθεί σε μια εύλογη καθοδική πορεία ή θα παραμείνει σε συνετή επίπεδα και ότι το έλλειμμα θα παραμείνει ή θα μειωθεί και θα διατηρηθεί κάτω από το 3% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα.

Για τα κράτη μέλη με δημόσιο έλλειμμα κάτω του 3% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος κάτω του 60% του ΑΕΠ, η Επιτροπή θα παρέχει τεχνικές πληροφορίες στα κράτη μέλη για να διασφαλίσει ότι το δημόσιο έλλειμμα διατηρείται κάτω από την τιμή αναφοράς του 3% του ΑΕΠ και στο μέσο όρο όρος.

Τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά διαρθρωτικά σχέδια των κρατών μελών θα πρέπει επίσης να καθορίζουν δεσμεύσεις μεταρρυθμίσεων και δημόσιων επενδύσεων που θα ενισχύσουν το αναπτυξιακό δυναμικό των κρατών μελών και, στη συνέχεια, θα περιορίσουν τα υψηλά επίπεδα χρέους.

Θα ισχύουν κοινές διασφαλίσεις για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους.

Οι τιμές αναφοράς 3% και 60% του ΑΕΠ για το έλλειμμα και το χρέος θα παραμείνουν αμετάβλητες.

Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ θα πρέπει να είναι χαμηλότερος στο τέλος της περιόδου που καλύπτεται από το σχέδιο από ό,τι στην αρχή αυτής της περιόδου. και μια ελάχιστη δημοσιονομική προσαρμογή 0,5% του ΑΕΠ ετησίως ως σημείο αναφοράς θα πρέπει να εφαρμοστεί εφόσον το έλλειμμα παραμένει πάνω από το 3% του ΑΕΠ.

Επιπλέον, τα κράτη μέλη που επωφελούνται από μια εκτεταμένη περίοδο δημοσιονομικής προσαρμογής θα πρέπει να πραγματοποιήσουν το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής κατά τη διάρκεια των πρώτων τεσσάρων ετών που καλύπτονται από το πρόγραμμα.

Θα ενισχυθεί επίσης η επιβολή. Τα κράτη μέλη θα υποβάλλουν ετήσιες εκθέσεις προόδου για να διευκολύνουν την αποτελεσματικότερη παρακολούθηση και επιβολή της εφαρμογής των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει στα σχέδιά τους.

Για τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις για το δημόσιο χρέος, οι αποκλίσεις από τη συμφωνημένη πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής θα οδηγήσουν εξ ορισμού στο άνοιγμα μιας διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος.

Η έμφαση στο δημόσιο χρέος

Το σημαντικό για την Ελλάδα έξαλλου είναι ότι οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες ρίχνουν πλέον το βάρος στο δημόσιο χρέος.

Ειδικότερα, για κράτη μέλη με δημόσιο χρέος πάνω από την τιμή αναφοράς του 60% του ΑΕΠ ή δημόσιο έλλειμμα πάνω από την τιμή αναφοράς 3% του ΑΕΠ, η Επιτροπή θα εκδώσει τεχνικές κατευθύνσεις για την πορεία των καθαρών δαπανών.

Αυτή η τεχνική κατεύθυνση θα καλύπτει την ελάχιστη περίοδο προσαρμογής των τεσσάρων ετών του εθνικού μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού-διαρθρωτικού σχεδίου και την πιθανή παράτασή του κατά τρία έτη κατ’ ανώτατο όριο.

Σκοπός του είναι να παρέχει καθοδήγηση στα κράτη μέλη όταν σχεδιάζουν την πορεία των καθαρών δαπανών τους που θα συμπεριληφθεί στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό-διαρθρωτικό τους σχέδιο.

Η τεχνική κατεύθυνση θα διαφοροποιείται για κάθε κράτος μέλος και θα λαμβάνει υπόψη τις προκλήσεις του δημόσιου χρέους.

Ειδικότερα, θα διασφαλίσει ότι:

• ο δείκτης του δημόσιου χρέους τίθεται σε εύλογα πτωτική πορεία ή παραμένει σε συνετά επίπεδα.
• το δημόσιο έλλειμμα μειώνεται και διατηρείται κάτω από την τιμή αναφοράς του 3% του ΑΕΠ.
• ο λόγος του δημόσιου χρέους είναι χαμηλότερος στο τέλος της περιόδου που καλύπτεται από το σχέδιο από ό,τι στην αρχή της περιόδου αυτής.
• θα πρέπει να εφαρμοστεί μια ελάχιστη δημοσιονομική προσαρμογή 0,5% του ΑΕΠ ετησίως ως σημείο αναφοράς, εφόσον το έλλειμμα παραμένει πάνω από το 3% του ΑΕΠ.
• η δημοσιονομική προσπάθεια στον ορίζοντα του σχεδίου είναι τουλάχιστον ανάλογη με τη συνολική προσπάθεια για ολόκληρη την περίοδο προσαρμογής.

Για κράτη μέλη με δημόσιο έλλειμμα κάτω από την τιμή αναφοράς 3% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος κάτω από την τιμή αναφοράς 60% του ΑΕΠ, η Επιτροπή θα παράσχει τεχνικές πληροφορίες σχετικά με το διαρθρωτικό πρωτογενές ισοζύγιο που είναι απαραίτητο για να διασφαλίσει ότι το δημόσιο έλλειμμα διατηρείται κάτω από το 3 % του ΑΕΠ τιμή αναφοράς.

Επίσης, η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ) για παραβιάσεις του δημοσιονομικού ελλείμματος της τιμής αναφοράς του 3% του ΑΕΠ παραμένει αμετάβλητη.

Είναι ένα καθιερωμένο στοιχείο της δημοσιονομικής εποπτείας της ΕΕ που ήταν αποτελεσματικό στον επηρεασμό της δημοσιονομικής συμπεριφοράς και είναι καλά κατανοητό από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και το ευρύ κοινό, χάρη στην απλότητά του.

Η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος για παραβιάσεις του δημόσιου χρέους της τιμής αναφοράς του 60% του ΑΕΠ ενισχύεται τόσο για την ενεργοποίηση όσο και για την κατάργηση.

Θα επικεντρωθεί στις αποκλίσεις από κράτη μέλη με δημόσιο χρέος άνω του 60% του ΑΕΠ από την πορεία καθαρών δαπανών για την οποία έχει δεσμευτεί το κράτος μέλος και η οποία εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Για ένα κράτος μέλος που αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις για το δημόσιο χρέος, μια απόκλιση από τη συμφωνημένη πορεία καθαρών δαπανών θα οδηγήσει εξ ορισμού στο άνοιγμα μιας ΔΥΕ.

Η αποτελεσματική εφαρμογή των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών-διαρθρωτικών σχεδίων θα είναι το βασικό στοιχείο για την αξιολόγηση της πολιτικής ανταπόκρισης των κρατών μελών στην αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, σύμφωνα με την Κομισιόν.

Η απάντηση των πολιτικών στις ανισορροπίες και ο ρόλος των πολιτικών στην εξέλιξη των ανισορροπιών θα είναι ένα σημαντικό κριτήριο για την απόφαση για την ταξινόμηση των ανισορροπιών.

Διαβάστε ακόμη: