Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούν τις ραγδαίες εξελίξεις οι περίπου 100.000 Έλληνες ομογενείς, που ζουν στην Ουκρανία, την ίδια ώρα που ρωσική εισβολή στη χώρα ανησυχεί έντονα τον επιχειρηματικό κόσμο, εντός και εκτός Ελλάδας.

Παρότι δεν είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις, η ανησυχία μεταξύ των εκπροσώπων της ελληνικής επιχειρηματικής κοινότητας στην Ουκρανία είναι μεγάλη, όπως άλλωστε συμβαίνει και στις υπόλοιπες ξένες εταιρείες, που δραστηριοποιούνται στη χώρα.

Παράλληλα εντός της ελληνικής αγοράς προβληματισμός επικρατεί στον τουριστικό τομέα, ενώ οι εξαγωγείς παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.

45 επιχειρήσεις

Σήμερα στην Ουκρανία, σύμφωνα με το γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων στο  Κίεβο, δραστηριοποιούνται περί τις 45 ελληνικές εταιρείες, που συγκεντρώνονται κατά κύριο λόγο σε Οδησσό, Κίεβο, Χάρκοβο και Λβιβ.

Δραστηριοποιούνται κυρίως στον χώρο της εμπορίας τροφίμων, φρούτων κ λαχανικών, επιλογής προσωπικού για την ελληνική ναυτιλία (εκτιμάται ότι 40.000 Ουκρανοί ναυτικοί απασχολούνται σε πλοία ελληνικής ιδιοκτησίας, ωστόσο, δεν υφίστανται, μέχρι στιγμής, περισσότερο συγκεκριμένα στοιχεία) παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, τουρισμού και εστίασης.

Υπάρχει μία, μεσαίου μεγέθους για τα ουκρανικά δεδομένα, κατασκευαστική εταιρεία, που δραστηριοποιείται τα τελευταία 30 χρόνια. Εξακολουθεί, επίσης, να δραστηριοποιείται η Τράπεζα Πειραιώς με πολύ μικρή παρουσία μέσω της θυγατρικής της JSC Piraeus Bank ICB. Πρόκειται για ένα μικρό πιστωτικό ίδρυμα με 15 υποκαταστήματα, το ενεργητικό της οποίας διαμορφώνεται σε μόλις 100 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 0,12% των αντίστοιχων μεγεθών του ομίλου (80 δισ. ευρώ). Ως προς τα κεφάλαια της τράπεζας ανέρχονται σε μόλις 20 εκατ. ευρώ σε σύνολο 5 δισ. ευρώ του συστημικού ομίλου. Το πιστωτικό ίδρυμα απασχολεί 300 άτομα, εκ των οποίων μόνο οι 3 είναι Έλληνες.

Ειδικότερα, μεταξύ των ελληνικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην ουκρανική αγορά συγκαταλέγονται επίσης οι:  Coca Cola HBC, Ήφαιστος, Alumil, Etem, Profilco, η υαλουργία HGI (πρώην Yioula), Chipita, η οποία εξαγοράστηκε από τη Mondelez International., Printec, Neokem, Ukravtomatika κ.α.

«Μοχλεύοντας τη γνώση και την εμπειρία που έχουμε αποκτήσει από προηγούμενες κρίσεις έχουμε ετοιμάσει πολλά και διαφορετικά σενάρια βάσει των οποίων θα κινηθούμε ανάλογα με την εξέλιξη των πραγμάτων», σημείωσε ο Ζόραν Μπογκντάνοβιτς, CEO της Coca Cola HBC κατά τη διάρκεια τηλεδιάσκεψης με αναλυτές στον απόηχο των ισχυρών οικονομικών αποτελεσμάτων που ανακοίνωσε για το 2021 η εισηγμένη.

Η Coca-Cola εκσυγχρονίζει το look της και το λογότυπό της

Οι εμπορικές σχέσεις

Την ίδια ώρα με έντονο προβληματισμό παρακολουθούν τη κλιμακούμενη ένταση Ρωσίας-Ουκρανίας οι Έλληνες εξαγωγείς.

Αν και οι πωλήσεις ελληνικών προϊόντων προς τις δύο χώρες καταλαμβάνουν πολύ χαμηλό μερίδιο στις συνολικές εξαγωγές της χώρας μας, οι δύο αγορές εξακολουθούν να παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον για τις εγχώριες επιχειρήσεις.

Σε ό,τι αφορά τις εμπορικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ουκρανία, οι ελληνικές εξαγωγές προς την ουκρανική αγορά άγγιξαν τα 193,7 εκατ. ευρώ το 2020, σημειώνοντας πτώση 8,1% σε σχέση με το 2019 με βασικότερα εξαγωγικά προϊόντα τα πετρελαιοειδή, τα χημικά, τα φρούτα και τα λαχανικά καθώς και τα φαρμακευτικά σκευάσματα.

Το 2021 οι ελληνικές εξαγωγές προς την Ουκρανία, η οποία βρίσκεται μόλις στην 30ή θέση των σημαντικότερων προορισμών για τα ελληνικά προϊόντα, ανήλθαν σε 338,6 εκατ. ευρώ.

Αναφορικά με τις ουκρανικές εισαγωγές, διαμορφώθηκαν ελαφρώς χαμηλότερα σε σχέση με τις ελληνικές εξαγωγές καθώς το 2020 έφτασαν τα 179 εκατ. ευρώ, ενώ το 2021 διαμορφώθηκαν σε 198,4 εκατ. ευρώ.

Η Ελλάδα εξάγει κυρίως λάδια από πετρέλαιο ή από ασφαλτούχα ορυκτά, φρούτα όπως βερίκοκα, κεράσια, ροδάκινα κ.ά., λιπάσματα, άσφαλτο, κ.ά., ενώ εισάγει από την Ουκρανία κυρίως κουκιά σόγιας, σιτάρι, σιμιγδάλι, λάδια ηλιοτρόπιου κ.ά.

Ακόμα χαμηλότερα στη λίστα των σημαντικών αγορών βρίσκεται η Ρωσία, που κατατάσσεται στην 41η θέση, με εξαγωγές 206,6 εκατ. ευρώ το 2021 από 161,39 εκατ. το 2020.

Σε αναμονή οι ξενοδόχοι

Το ουκρανικό προστίθεται στις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει φέτος ο τουρισμός, καταδεικνύοντας την ευαισθησία της «βαριάς» βιομηχανίας σε εξωγενείς παράγοντες.

Πέρσι, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις από τη Ρωσία ξεπέρασαν τα 115 εκατ. ευρώ, ενώ το 2019 είχαν ξεπεράσει τα 433 εκατ. ευρώ.

Όσον αφορά την Ουκρανία, ο αριθμός των Ουκρανών τουριστών που επισκέπτονται τη χώρα μας, έβαινε σταθερά αυξανόμενος κατά την τελευταία τριετία πριν την πανδημία.

Ειδικότερα, από τους 232.064 τουρίστες του 2017, περάσαμε στους 262.795 το 2018 (αύξηση 12,9%), για να φθάσουμε στους 447.124 τουρίστες το 2019 (αύξηση 70,6% και υπερδιπλασιασμός μέσα σε δύο χρόνια).

Το 2020 ο αριθμός των τουριστών από την Ουκρανία μειώθηκε στα 19.074 άτομα, κάτι που εξηγείται από τους περιορισμούς στις μετακινήσεις που ίσχυσαν για το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου.

Χωρίς να κρύψει την ανησυχία του, ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων, Γρηγόρης Τάσιος, μιλώντας στη δημόσια τηλεόραση, σημείωσε ότι το 2019 επισκέφθηκαν τη Χαλκιδική 50.000 Ουκρανοί τουρίστες οι οποίοι έρχονται στην Ελλάδα τόσο με πτήσεις, όσο και οδικώς. Την ίδια χρονιά η Χαλκιδική υποδέχτηκε 75.000 χιλιάδες Ρώσους τουρίστες.

Δεν είναι όμως μόνο οι αγορές της Ρωσίας και της Ουκρανίας που προβληματίζουν τους ανθρώπους του τουρισμού. Σημαντικό κομμάτι στην τουριστική αγορά είναι η ψυχολογία και δεδομένου ότι αυτή την εποχή ξεκινούν οι κρατήσεις για το καλοκαίρι, πολλά θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια και τη μορφή του προβλήματος.