Η σχέση ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και τη λογοτεχνία υπήρξε πάντοτε αμφίσημη. Για κάποιους, το δημοφιλέστερο άθλημα στον κόσμο είναι ένα πεδίο πάθους, συλλογικότητας, μνήμης και ανθρώπινου δράματος. Για άλλους, αποτελεί σύμβολο μαζικής αποχαύνωσης, κοινωνικής χειραγώγησης και πολιτισμικής παρακμής.

Κι όμως, όσο κι αν το γήπεδο φαινομενικά μοιάζει να ανήκει στον θόρυβο, στο σώμα και στο ένστικτο, ενώ η λογοτεχνία στη σιωπή, στο πνεύμα και στον στοχασμό, η ιστορία έχει αποδείξει ότι τα δύο αυτά πεδία συναντήθηκαν πολλές φορές με τρόπο γόνιμο, αντιφατικό και συναρπαστικό.

Το ποδόσφαιρο δεν υπήρξε απλώς θέμα για τους συγγραφείς. Υπήρξε σκηνή όπου παίχτηκαν ανθρώπινες ιστορίες, κοινωνικές συγκρούσεις, πολιτικές μνήμες, στιγμές δόξας, ταπείνωσης, μοναξιάς και συλλογικής έκστασης.

Το γήπεδο ως λογοτεχνική σκηνή

Για πολλούς δημιουργούς, τα ενενήντα λεπτά ενός αγώνα μπορούν να περιέχουν όση ένταση, ανατροπή και μοιραία τροπή έχει μια αρχαία τραγωδία.

Ο Νικ Χόρνμπι, στο αυτοβιογραφικό «Πυρετός της μπάλας», μετέτρεψε την οπαδική σχέση με την Άρσεναλ σε αφήγηση ενηλικίωσης. Η ομάδα γίνεται σημείο αναφοράς για την προσωπική του ζωή, τις ερωτικές απογοητεύσεις, τη σχέση με τους γονείς του και τις ψυχικές μεταπτώσεις της καθημερινότητας.

Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο, στο εμβληματικό «Το ποδόσφαιρο στον ήλιο και στη σκιά», ύμνησε τη μαγεία του παιχνιδιού, αυτοπροσδιοριζόμενος ως «ζητιάνος του καλού ποδοσφαίρου». Την ίδια στιγμή, όμως, άσκησε σκληρή κριτική στην εμπορευματοποίηση, στη διαφθορά και στη μετατροπή των ποδοσφαιριστών σε προϊόντα.

Ο Χουάν Βιγιόρο, στο «Ο Θεός είναι στρογγυλός», αντιμετώπισε το ποδόσφαιρο ως κοσμική θρησκεία, με τους δικούς της πιστούς, θεούς, τελετουργίες και μύθους, ενώ ο Μαρτίν Καπαρός το χρησιμοποίησε ως πολιτικό και κοινωνικό πεδίο για να αφηγηθεί την εξαφάνιση ενός Αργεντινού ποδοσφαιριστή.

Στην Ελλάδα, ο Μένης Κουμανταρέας με τη «Φανέλλα με το Νούμερο 9» περιέγραψε την άνοδο και την πτώση ενός νεαρού ποδοσφαιριστή, φωτίζοντας ταυτόχρονα τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας της Μεταπολίτευσης.

Ο Ζιντάν, ο τερματοφύλακας και η τραγωδία της μπάλας

Το ποδόσφαιρο δεν ενέπνευσε μόνο ιστορίες θριάμβου. Ενέπνευσε και αφηγήσεις πτώσης, μοναξιάς και υπαρξιακής αγωνίας.

Το επεισόδιο με την κουτουλιά του Ζινεντίν Ζιντάν στον τελικό του Μουντιάλ του 2006 έγινε αφορμή για έργα όπως «Το 107ο λεπτό» της Αν Ντελμπέ και «Η μελαγχολία του Ζιντάν» του Ζαν-Φιλίπ Τουσέν, όπου η πτώση του ήρωα αποκτά σχεδόν αρχαιοτραγικές διαστάσεις.

Ακόμη πιο σκοτεινή είναι η προσέγγιση του Πέτερ Χάντκε στο «Ο φόβος του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι». Εκεί, ο τερματοφύλακας γίνεται σύμβολο απομόνωσης, αναμονής και υπαρξιακής αποξένωσης. Είναι ο παίκτης που φορά διαφορετική στολή, στέκεται μόνος, περιμένει, παρατηρεί και τελικά μετατρέπεται σε μεταφορά του σύγχρονου ανθρώπου.

Από την άλλη, ο Πρίμο Λέβι, στην «Ανακωχή», δίνει ίσως την πιο σπαρακτική και σκοτεινή διάσταση του ποδοσφαίρου, περιγράφοντας αγώνες στο Άουσβιτς ανάμεσα σε δεσμοφύλακες και κρατούμενους. Εκεί, η μπάλα δεν είναι στιγμή ανθρωπιάς, αλλά σύμβολο της απόλυτης διαστροφής της κανονικότητας δίπλα στη φρίκη.

Η ποίηση των γηπέδων

Η ποίηση βρήκε επίσης στο ποδόσφαιρο ένα πεδίο έκφρασης της νεότητας, της σωματικής ρώμης, της ήττας και της δόξας.

Ο Τζάκομο Λεοπάρντι έγραψε ήδη από το 1821 ποίημα αφιερωμένο σε έναν πρόδρομο του ποδοσφαίρου, ενώ ο Ουμπέρτο Σάμπα αφιέρωσε ολόκληρη ενότητα στο παιχνίδι, γοητευμένος από τη χαρά του γκολ και τη μοναχική θλίψη του τερματοφύλακα που μαζεύει την μπάλα από τα δίχτυα.

Ο Μιγέλ Ερνάνδεθ, ο οποίος υπήρξε και ο ίδιος τερματοφύλακας, αφιέρωσε ελεγεία σε ποδοσφαιριστή που έχασε τη ζωή του μετά από τραυματισμό, μετατρέποντας τον φύλακα της εστίας σε σχεδόν ηρωική και θρησκευτική μορφή.

Ο Παζολίνι και το ποδόσφαιρο ως γλώσσα

Ξεχωριστή θέση κατέχει ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, για τον οποίο το ποδόσφαιρο ήταν πάθος ζωής.

Ο ίδιος έπαιζε ως αριστερός εξτρέμ στις φτωχογειτονιές της Ρώμης και αντιμετώπιζε το παιχνίδι ως μία από τις τελευταίες αυθεντικές τελετουργίες της σύγχρονης κοινωνίας.

Στη δική του σημειολογική θεωρία, το ποδόσφαιρο ήταν μια γλώσσα. Οι κινήσεις των παικτών ήταν τα «σήματα», οι τακτικές ήταν η σύνταξη και το γκολ η απόλυτη ποιητική λέξη.

Το ευρωπαϊκό, πειθαρχημένο και τακτικό ποδόσφαιρο το χαρακτήριζε «πεζό λόγο». Το βραζιλιάνικο, γεμάτο ντρίμπλα, φαντασία και αυτοσχεδιασμό, το θεωρούσε «ποίηση».

Οι πολέμιοι της μπάλας

Απέναντι σε αυτή τη γοητεία στάθηκαν μεγάλοι διανοούμενοι που αντιμετώπισαν το ποδόσφαιρο με καχυποψία ή και αποστροφή.

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες το θεωρούσε αισθητικά άσχημο και το συνέδεε με τη μαζική υστερία και τον εθνικισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι επέλεξε να δώσει διάλεξη για την αθανασία την ώρα που η Αργεντινή έπαιζε στο Μουντιάλ του 1978.

Ο Όσκαρ Γουάιλντ, με την ειρωνική κομψότητά του, το αντιμετώπισε ως παιχνίδι υπερβολικά σκληρό και ακατάλληλο για τα αισθητικά του ιδεώδη.

Ο Ουμπέρτο Έκο, από την πλευρά του, δεν στάθηκε τόσο στο ίδιο το άθλημα όσο στη διαρκή φλυαρία γύρω από αυτό, θεωρώντας ότι πολλές φορές υποκαθιστά την πραγματική πολιτική συζήτηση με μια ψευδαίσθηση συλλογικής συμμετοχής.

Κάτι περισσότερο από παιχνίδι

Είτε μέσα από τον λυρισμό του Γκαλεάνο και του Σάμπα, είτε μέσα από το πάθος του Παζολίνι, είτε μέσα από την υπαρξιακή αγωνία του Χάντκε και την άρνηση του Μπόρχες, το ποδόσφαιρο αποδεικνύεται κάτι πολύ περισσότερο από ένα παιχνίδι έντεκα εναντίον έντεκα.

Είναι καθρέφτης της κοινωνίας. Εκεί αποτυπώνονται η συλλογικότητα, η ταυτότητα, η εθνική υπερηφάνεια, η φαντασμαγορία, οι ανισότητες, η ήττα, η δόξα και η ανθρώπινη ανάγκη για μνήμη.

Και ίσως γι’ αυτό η λογοτεχνία δεν μπόρεσε ποτέ να το αγνοήσει. Γιατί, όπως και το ποδόσφαιρο, έτσι και η λογοτεχνία παίρνει μια στιγμή, ένα γεγονός, μια χειρονομία ή μια ήττα και την αποτυπώνει για πάντα στην Ιστορία.

Διαβάστε ακόμη: