Βαδίζεις και που πας; Ανέχτηκες πολλά και μέχρι και η σκιά σου νιώθει πιο βαριά, για αυτό περπατάς πλέον στο σκοτάδι ψάχνοντας κάπου να ξαποστάσεις από τη μιζέρια τούτου του κόσμου, έναν κόσμο που κανείς δεν σε προετοιμάζει. Κι όταν βγαίνεις σε αυτόν όλα σε εκπλήσσουν, ώσπου να τα συνηθίσεις και να γίνεις κι εσύ μέρος του…

Χρωστάω κάπου, μου χρωστάνε άλλοι το πιο σημαντικό της ζωής, τον χρόνο. Κοιτάς, ξανά κοιτάς και δεν καταλαβαίνεις πως πέρασαν δέκα ολόκληρα χρόνια. Κι ανάμεσα στις μέρες που φεύγουν, καταλαβαίνεις πως ο χρόνος που ζούμε όλοι είναι δανεικός κι αυτή είναι από τις μεγαλύτερες αλήθειες που σου μαθαίνει η ζωή, με τον πιο δύσκολο τρόπο. Κάθε μέρα λες «αύριο» και εκεί παραμονεύει το τίποτα∙ το αύριο γίνεται σήμερα και εσύ απλά επαναλαμβάνεσαι.

Καμιά στιγμή δεν είναι ποτέ ίδια και εκεί είναι που θέλω να εστιάσω πλέον, στη στιγμή. Έχω χαραμίσει τόσες σε ανούσιες σχέσεις, σε μίζερες καταστάσεις, σε τοξικά περιβάλλοντα. Φαντάζομαι κι εσύ, όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι, να νιώθεις το ίδιο. Θυμάμαι το μυαλό μου να ζητά ξεκούραση και εγώ έλεγα «αντέχεις κι άλλο», γιατί μου το επισήμαναν συνεχώς οι άλλοι∙ δεν έχεις ανάγκη, εσύ δεν σε φοβάμαι. Το πίστεψα, ώσπου το σώμα και το μυαλό μου άρχισαν να αντιδρούν∙ ήρθαν οι πρώτες κρίσεις πανικού, με έφαγε το άγχος και ακόμη με τρώει, δεν το αρνούμαι.

Σιγά-σιγά αφήνεσαι να χαθείς στο σκοτάδι, όχι γιατί το θέλησες, αλλά γιατί εκεί νιώθεις πως ίσως βρεις λίγη ανάπαυση από το αδιάκοπο βάρος. Είναι περίεργο πώς οι άνθρωποι πιστεύουν ότι αντέχεις τα πάντα∙ κι έτσι φορτώνουν πάνω σου τα δικά τους βάσανα, ώσπου να μην ξεχωρίζεις πια αν αυτό που σε λυγίζει είναι δικό σου ή ξένο. Κι ενώ το κορμί σου σωπαίνει, η ψυχή σου ουρλιάζει πως κουράστηκε να γίνεται ξενιστής σε πόνους που δεν της ανήκουν.

Κι ύστερα η καθημερινότητα έρχεται σαν καταιγίδα που σε βρίσκει απροστάτευτο, χωρίς καταφύγιο. Τα χτυπήματα πέφτουν απανωτά και εσύ, που χρόνια ολόκληρα σήκωνες και των άλλων και τα δικά σου, νιώθεις να μην σου απομένει ανάσα. Κάποτε νόμιζες πως έτσι θα γίνεις πιο δυνατός∙ όμως το μόνο που κατάφερες ήταν να ξεχάσεις ποιος είσαι, ώσπου στο τέλος να χαθείς μέσα στο ίδιο πλήθος που άλλοτε ήθελες να στηρίξεις.

Κάποτε πίστευα πως η αντοχή είναι αρετή, πως όσο πιο πολύ σηκώνεις τόσο πιο δυνατός γίνεσαι. Μα η αλήθεια είναι άλλη∙ όταν φορτώνεσαι συνεχώς τα βάρη των άλλων, αρχίζεις να ξεχνάς τα δικά σου όρια, σαν να σβήνεται το περίγραμμα του εαυτού σου. Κι έτσι φτάνεις σε σημείο να περπατάς σκυφτός, όχι μόνο από τις δικές σου πληγές, αλλά από τις πληγές που δεν σου ανήκουν και που όμως σε βαραίνουν σαν να ήταν δικές σου.

Και εκεί καταλαβαίνεις πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί η ισορροπία. Γιατί όταν δίνεις συνέχεια χώρο σε ξένα σκοτάδια, τα δικά σου φώτα αρχίζουν να θαμπώνουν. Όταν κάνεις τον ώμο σου μόνιμο καταφύγιο, κάποια στιγμή κουράζεται κι αυτός και ζητά ξεκούραση. Κι αν δεν την του χαρίσεις, τότε το σώμα και το μυαλό θα τη διεκδικήσουν με τον δικό τους τρόπο—με άγχος, με κρίσεις, με σιωπηλές εκρήξεις που σε ξυπνούν νύχτα.

Και εκεί κάπου φτάνεις στο σημείο που πρέπει να μιλήσεις για το δικό σου καλό, να θέσεις τα όριά σου και να προστατέψεις την ψυχή σου. Δεν είσαι άτρωτος∙ κανείς δεν είναι. Κι όμως, όταν αποφασίζεις να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, όταν λες «ως εδώ», δεν σε ευχαριστούν∙ σε κατηγορούν για προδοσία, σαν να ήταν έγκλημα το να αγαπάς πρώτα τον εαυτό σου. Η δική σου αλήθεια χάνεται στο βάθος του χρόνου, ανακατεύεται με τις φωνές των άλλων και τα «πρέπει» που σου φόρτωσαν. Κι ας μην ξέρεις πια τι είναι σωστό και τι λάθος, κι ας φοβάσαι ότι η ελευθερία σου θα πληγώσει αυτούς που αγάπησες∙ είναι όμως η μοναδική στιγμή που μπορείς να πάρεις ανάσα, να νιώσεις ξανά τη δύναμή σου και να ξαναβρείς τον δρόμο σου, όσο δύσκολος κι αν είναι.

Μερικές φιλίες δεν τελειώνουν από έλλειψη αγάπης, αλλά από το βάρος της σιωπής που δεν αντέχει πια να μοιραστεί κανείς. Όσο μεγαλώνεις, σχέσεις χάνονται, αλλά τίποτα δεν μπορεί να ακυρώσει τις στιγμές που μοιραστήκατε∙ αυτά μένουν για να θυμίζουν πως κάποτε υπήρχαν.

Τα όρια είναι σαν αόρατοι φράχτες γύρω από την ψυχή δεν μπαίνουν για να κρατήσουν έξω την αγάπη, αλλά για να προστατέψουν τη ζωή που σιγά-σιγά χάνεται όταν τα καταπατούν. Αν τα αφήσεις να σβήσουν, γίνεσαι έδαφος που πατούν όλοι χωρίς να ρωτούν, φορτίο που κουβαλιέται μέχρι να σπάσει. Μα όταν μάθεις να λες «ως εδώ», τότε αρχίζει να ανθίζει ξανά η ανάσα σου∙ γιατί το όριο δεν είναι εγωισμός, είναι η κραυγή του εαυτού σου που ζητά να επιβιώσει.

Θα είμαι εκεί έξω όχι πια για να σηκώνω τους άλλους, αλλά για να περπατώ ελεύθερος, με τους δικούς μου κανόνες…

Διαβάστε ακόμη: