Είναι αρχές του 1984 και ο ΕΟΤ, μέσω αγγελιών στις εφημερίδες, ζητά προσωπάρχες και γκρουπιέρηδες για το Μοντ Παρνές (Mont Parnes) που στα γαλλικά σημαίνει «Βουνό Πάρνηθα».

Είναι τότε το μοναδικό καζίνο στην Ελλάδα. Δεν υπάρχουν κάμερες, τα ΑΤΜ είναι άγνωστα και οι τοκογλύφοι πρόθυμοι να δώσουν μετρητά με το αζημείωτο. Η φράση «πάμε βουνό» δεν ξεστομίζεται από κοινούς θνητούς.

Απαγορεύεται η είσοδος στους δημοσίους υπαλλήλους αλλά και σε όσους δεν έχουν υψηλό εισόδημα.

Ο Δημήτρης (Τάκης) Τσακάλης είχε φύγει από το χωριό του, στην βορειοανατολική Αττική· μόλις έχει τελειώσει τo Πάντειο και αναζητούσε απεγνωσμένα δουλειά.

«Εκείνη την εποχή δύο τρόποι υπήρχαν για να βρεις δουλειά: είτε μέσω αγγελίας, είτε να έχεις γραφτεί στην κλαδική του ΠΑΣΟΚ», λέει ο Δημήτρης Τσακάλης και παραδέχεται πως και τις αγγελίες «ξεψάχνιζε» και ήταν γραμμένος στο ΠΑΣΟΚ.

Διαβάζοντας την αγγελία για το καζίνο αποφάσισε να τηλεφωνήσει.

Στο πρώτο ραντεβού, εντυπωσιάζει με το πτυχίο του πανεπιστημίου. Όλοι οι υποψήφιοι είχαν με το ζόρι απολυτήριο Λυκείου.

Ο προϊστάμενος του ΕΟΤ τον ενημερώνει πως ο μισθός του προσωπάρχη είναι 40.000 δραχμές το μήνα και του γκρουπιέρη 90.000 δραχμές…

«Μπήκα στα βαθιά…»

«Αμέσως επέλεξα να γίνω γκρουπιέρης γιατί θα έβγαζα πιο πολλά χρήματα. Είχα άγνοια κινδύνου διότι δε γνώριζα τα ρίσκα που θα έπρεπε να πάρω… Επίσης δεν είχα πιάσει ποτέ στα χέρια μου χαρτιά και φυσικά ποτέ δεν είχα δει ρουλέτα. Μετά δύο μήνες εκπαίδευσης μπήκα στα βαθιά. Ήταν η εποχή που ο Ελληνοκύπριος επιχειρηματίας Φρίξος Δημητρίου που διαχειρίζονταν το Μοντ Παρνές κηρύχθηκε έκπτωτος και έτσι το καζίνο κρατικοποιήθηκε και περιήλθε στα χέρια του ΕΟΤ που αναζητούσε επειγόντως προσωπικό. Πρωτοεργάστηκα 1η Δεκεμβρίου του 1984 και από τη μία μέρα στην άλλη μπήκα στο μαγικό κόσμο του τζόγου. Τέτοιες μέρες γιορτινές η κίνηση ήταν αυξημένη παρότι δεν επιτρέπονταν η είσοδος σε δημοσίους υπαλλήλους και χωρίς την επίδειξη φορολογικής δήλωσης».

Μία από τις σπάνιες φωτογραφίες του Τάκη Τσακάλη στο καζίνο καθώς απαγορεύονταν αυστηρά οι φωτογραφικές μηχανές

Λουκάνικα πάνω σε πίνακα του Μόραλη

«Το Μοντ Παρνές είχε μεγάλη χλιδή όταν πήγα εγώ. Είχε πίνακες ζωγραφικής μεγάλης αξίας και χρυσά σερβίτσια. Σταδιακά το λεηλατούσαν και στο τέλος δεν υπήρχαν ποτήρια να δώσουν νερό στους πελάτες! Θυμάμαι επίσης πως ο ΕΟΤ διοργάνωνε θεματικές βραδιές για να προσελκύσει πελάτες. Μπήκα μία μέρα στο καζίνο για να πιάσω δουλειά και είδα έναν μεγάλο πίνακα του ζωγράφου Μόραλη να έχει σκεπαστεί από λουκάνικα! Ήταν σοκαριστικό και ενδεικτικό του χάους που επικρατούσε».

Μοίρασα εκατομμύριο με τρεις φορές το 17

«Τις πρώτες μέρες στη δουλειά έζησα ίσως τη συγκλονιστικότερη εμπειρία στα 18 χρόνια που ήμουν στο βουνό. Έρχεται ένας κύριος και αφήνει ένα δεκαχίλιαρο στη ρουλέτα. Πόνταρε στο νούμερο 17. Όπως είχα υποχρέωση φώναξα «10 πάνε», δηλαδή, όλο το δεκαχίλιαρο. Φεύγει η μπίλια και κάθεται στο 17. Μετράω 350.000 δραχμές από τη μπάνκα μου για να πληρώσω τον πελάτη, δηλαδή, 10.000 δραχμές επί 35 που ήταν το κέρδος. Ο κύριος αυτός σάστισε. Μου λέει “εγώ έπαιξα ένα χιλιάρικο, όχι δέκα χιλιάδες”. Επενέβη ο επόπτης, ο Τσίτος ήταν θυμάμαι, και λέει του παίκτη πως επειδή ο γκρουπιέρης είχε φωνάξει “δέκα” ο παίχτης έπρεπε να πληρωθεί 10.000Χ35. Ο κύριος αυτός ήταν σίγουρα άσχετος παίκτης. Πρώτη φορά έβλεπα κάποιον να μην θέλει μεγαλύτερο κέρδος. Είχε μείνει άγαλμα και έτσι δεν κούνησε το δεκαχίλιαρο από το 17. Το άφησε εκεί. Προφανώς το ξέχασε μέσα στην παραζάλη του…».

Πήρε 3 χρόνια δουλειάς

«Στην επόμενη μπίλια πάλι λέω “δέκα” και έρχεται πάλι το 17. Έγινε χαμός. Του δίνω άλλες 350.000 δραχμές. Είχε έρθει όλο το καζίνο. Ο κύριος (σ.σ. ο παίχτης) είχε μείνει άλαλος. Στο μεταξύ και μετά τον χαμό που έγινε, ο κύριος αυτός δεν πήρε και πάλι το δεκαχίλιαρο από το 17. Προφανώς το άφησε γιατί ήθελε να το χάσει, επειδή αισθάνονταν “υποχρέωση”. Δεν ξέρω. Ρίχνω πάλι τη μπίλια και για τρίτη φορά έκατσε στο 17. Αυτό ήταν. Θυμάμαι είχα χάσει κι εγώ τη φωνή μου. Ο άνθρωπος αυτός πήρε 1.050.000 δραχμές που αντιστοιχούσαν σε τρία χρόνια δουλειάς ενός δημοσίου υπαλλήλου. Το ρεκόρ επαναλαμβανόμενου αριθμού στη ρουλέτα στο καζίνο της Πάρνηθας όσο ήμουν εγώ ήταν 7 φορές αλλά όχι στο δικό μου χέρι. Στο δικό μου χέρι ήταν οι τρεις φορές που σας περιέγραψα».

Από τον Καζαντζίδη στον Μουστάκα

Ο Τάκης Τσακάλης θυμάται «σαν τώρα» τις επισκέψεις γνωστών ηθοποιών και τραγουδιστών όπως του Σωτήρη Μουστάκα, του Γιώργου Κωνσταντίνου, του Κώστα Ρηγόπουλου, της Κάκιας Αναλυτή, του Αλέκου Σακελλάριου, του Στέλιου Καζαντζίδη, του Μάκη Ψωμιάδη, του Στράτου Γιδόπουλου, της Λίτσας Διαμάντη, του Σταμάτη Γονίδη, του Γιώργου Μάτσα, του Γιώργου Πάντζα, του Βλάση Μπονάτσου, της Αλίκης Βουγιουκλάκη, του θρυλικού χαρτοπαίκτη Τζον Τάραμας και πολλών ακόμα: «Ο Καζαντζίδης ερχόταν συχνά. Ηταν πάντα ευγενικός, λιγομίλητος και δεν ξέφευγε από τον έλεγχο. Επαιζε λίγα χρήματα. Αφηνε τα μπουρμπουάρ του.

Ο Κώστας Ρηγόπουλος μαζί με την Κάκια Αναλυτή είχαν κάνει τότε τη μεγάλη επιτυχία “Αγάπη μου Ουάουα“. Ήταν γερός παίχτης ο Ρηγόπουλος. Το ίδιο και ο Σωτήρης Μουστάκας μαζί με τη Μπονέλου. Ο Μουστάκας στη ρουλέτα δεν είχε σχέση με τους ρόλους που τον είχαμε γνωρίσει. Ήταν πάντα σοβαρός, λιγομίλητος και το “έτσουζε” ορισμένες φορές. Ο Κωνσταντίνου το ζούσε, ήταν ευγενικός, αυτοσαρκάζονταν, έπαιζε πάντα όρθιος και δεν έπαιρνε μάρκες με κάποιο συγκεκριμένο χρώμα. Επαιζε πάντα cash (σ.σ.μετρητά). Κάποιες φορές “έχτιζε” με μάρκες όλη τη ρουλέτα. Μία φορά είχε ποντάρει όλα τα νούμερα. Είχε αφήσει κενό μόνο το 23. Ήρθε λοιπόν η Μπονέλου (σύζυγος του Μουστάκα) και βλέποντας το κενό πόνταρε στο 23 και η μπίλια έκατσε στο 23. Έγινε χαμός. Το τι άκουσε από τον Κωνσταντίνου δεν περιγράφεται…».

Καλύτερα μέλι και να τρώνε και άλλοι…

Αξέχαστα θα μείνουν τα περάσματα του Αλέκου Σακελλάριου από το καζίνο της Πάρνηθας: «Κάθε φορά όλο και κάτι έκανε και ξεσήκωνε στο πόδι το καζίνο. Ερχόταν πάντα με μία όμορφη κυρία που όλοι την θαύμαζαν και την φλέρταραν και ο Σακελλάριος μας έλεγε στο τραπέζι: “Παιδιά μη δίνεται σημασία, καλύτερα να τρως μέλι και να τρώνε κι άλλοι, παρά να τρως σκατά και μόνος σου”. Επικές ατάκες, βγαλμένες μέσα από τη ζωή αλλά και τις ελληνικές ταινίες».

Κυνηγούσε τον Σακελλάριο με μαγκούρα

«Ο Σακελλάριος περνούσε πολλές ώρες στη ρουλέτα με τον Οικονομίδη που εκείνη την εποχή ήταν μεγαλοπράκτορας τουριστικών επιχειρήσεων. Ο Οικονομίδης ήταν ηλικιωμένος και πείραζε τον Σακελλάριο επειδή κυκλοφορούσε με ωραίες γυναίκες. Του λέει μία μέρα ο Σακελλάριος “έχω κι εγώ τα μυστικά μου. Θέλεις να σου φέρω ένα;”. Του είπε λοιπόν πως όποτε πηγαίνει στο Παρίσι αγοράζει κάτι θαυματουργά χάπια που βοηθούν τη στύση. Βλέπετε τότε δεν υπήρχαν τα viagra και άλλα βοηθήματα. Κάποια στιγμή ο Σακελλάριος είχε πάει στο Παρίσι. Όταν γύρισε έδωσε στον Οικονομίδη κάτι χάπια αλλά μετά χάσαμε τον Οικονομίδη. Εξαφανίστηκε. Μετά από μέρες ήρθε στο καζίνο ο Οικονομίδης αγνώριστος. Είχε χάσει πολλά κιλά και είχε αφυδατωθεί. Μόλις μπήκε μέσα στο καζίνο και είδε τον Σακελλάριο άρχισε να τον κυνηγάει με μία μαγκούρα. Όπως μάθαμε είτε από λάθος είτε από πρόθεση τα χάπια ήταν για την καταπολέμηση της δυσκοιλιότητας και είχαν… θερίσει τον Οικονομίδη. Είχε όμως πλάκα να βλέπεις τον Οικονομίδη με τη μαγκούρα να κυνηγάει τον Σακελλάριο».

Πέθανε στο τραπέζι και έπαιζαν από πάνω του

Κατά τη διάρκεια της 18χρονης καριέρας του Τάκη Τσακάλη στις ρουλέτες και στα τραπέζια του Μοντ Παρνές υπήρξαν εκατοντάδες θρυλικές αλλά και γραφικές φυσιογνωμίες που κρεμάστηκαν από τα δάκτυλα του. Μεταξύ αυτών ο Μάκης Ψωμιάδης, ο Στράτος Γιδόπουλος, τα αδέλφια Μάτσα, ο τραπεζίτης Παπαδόπουλος που πέθανε πάνω στο τραπέζι της ρουλέτας… «Ο Παπαδόπουλος ήταν μεγάλος τραπεζίτης και από τα βασικά στελέχη της Εθνικής Τράπεζας. Έπαιζε μεγάλα ποσά αλλά ήταν και περιβόητος τσιγκούνης. Έφευγε από το γραφείο του στην Τράπεζα στο κέντρο της Αθήνας και αντί να έρθει με το αυτοκίνητο του έπαιρνε το λεωφορείο των εργαζομένων και ανέβαινε στην Πάρνηθα για να κάνει οικονομία. Οταν έπαιζε έβγαζε τάπερ με φαγητό που είχε μαζί του. Τσιγγουνεύοταν να παραγγείλει φαγητό. Εκανε πονταρίσματα εκατομμυρίων και έτρωγε σε τάπερ. Μία μέρα αισθάνθηκε αδιαθεσία, έγειρε στο τραπέζι χωρίς τις αισθήσεις του. Επειδή είχαμε πολλούς γιατρούς που έπαιζαν στο καζίνο, υπήρχε ένας στο ίδιο τραπέζι με τον Παπαδόπουλο. Αμέσως τον έβαλε κάτω από τη ρουλέτα και του έκανε ΚΑΡΠΑ για 10-15 λεπτά. Όλοι είχαμε παγώσει. Κάποια στιγμή σηκώνεται ο γιατρός και μας λέει “πέθανε“. Ήρθε ένα γκαρσόνι και έφερε ένα άσπρο τραπεζομάντιλο και σκέπασε τη σορό. Γυρίζει τότε ο γιατρός και μου λέει “κάνε παιχνίδι, ρίξε τη μπίλια…”. Τι να κάνω κι εγώ; Ξεκίνησα. Μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο όλοι έπαιζαν στη ρουλέτα που από κάτω ήταν η σορός του Παπαδόπουλου. Εντελώς σουρεάλ καταστάσεις…».

Σήκωσαν στα χέρια τον Γκουσγκούνη

«Ο Κώστας Γκουσγκούνης όταν είχε έρθει στο καζίνο τον είχαν σηκώσει στα χέρια. Του φώναζαν άξιος. Είχε γίνει χαμός. Δεν είχε έρθει όμως για να παίξει. Γύριζε μία ταινία που μάλιστα δεν ήταν πορνό ή μάλλον η σκηνή για την ταινία δεν ήταν πορνό. Δεν είχε παίξει  καθόλου. Αποθεώθηκε κι έφυγε».

O Tάκης Τσακάλης (δεξιά) με συναδέλφους του

Το… μαχαίρωμα στον Μάκη Ψωμιάδη

Αξέχαστη θα μείνει στον Τάκη Τσακάλη η συνάντηση με τον Μάκη Ψωμιάδη. Ο Big Μac, στα μέσα της δεκαετίας του ΄90 έκανε αυτοκρατορικές εμφανίσεις στο καζίνο και κανείς δεν τολμούσε να του μιλήσει ακόμα και όταν βλαστήμαγε τους ντίλερ. «Είχε στο πλευρό του αστυνομικούς που ήταν στο παρελθόν ήταν στη φρουρά του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Ηταν φόβητρο ο Ψωμιάδης. Κανείς δε του μιλούσε. Μία μέρα κάθονταν σε τραπέζι με μία συνάδελφο και επειδή έχανε την έβριζε άσχημα. Η γυναίκα ντίλερ εκτός από συνάδελφος ήταν και σύζυγος άλλου συναδέλφου ο οποίος μάλιστα ήρθε και μου ζήτησε να επέμβω ως πρόεδρος του Σωματείου εργαζομένων. Τι να κάνω κι εγώ, πάω στον Ψωμιάδη. Στέκομαι μπροστά του και αφού συστήθηκα άρχισα κόσμια και στον πληθυντικό να του κάνω παρατήρηση. Οι μπράβοι έκαναν κίνηση με τα όπλα. Προλαβαίνω να πω στον Ψωμιάδη “πως θα σας φαίνονταν να ήταν η ντίλερ κόρη σας και κάποιος να της μιλούσε έτσι;”. Αρχικά μου απαντάει ο Ψωμιάδης “αμάν με μαχαιρώνεις“… Τότε πήρα θάρρος και επαναλαμβάνω την ερώτηση και μου απαντάει ο Ψωμιάδης: “Αν ήταν κόρη μου και την έβριζες θα σε είχα καθαρίσει”. Μου υποσχέθηκε πως δεν θα την ξαναβρίσει. Μετά από λίγο άρχισε να την βρίζει πάλι με χειρότερες εκφράσεις μήπως αλλάξει το γούρι…».

Ο Γιδόπουλος διαολόστηλε τον Μπάγιεβιτς

Ο Στράτος Γιδόπουλος που ήταν πρόεδρος στην ΑΕΚ κέρδισε ένα βράδυ από το χέρι του Τάκη Τσακάλη και την επομένη τον φώναξε στο γραφείο του στα γραφεία της ΠΑΕ ΑΕΚ για να τον γνωρίσει και να τον ρωτήσει για τα μυστικά της ρουλέτας: «Κέρδισε ο Γιδόπουλος από το χέρι μου και με φώναξε στο γραφείο του. Μου έκανε δώρο ένα εισιτήριο διαρκείας, αλλά εγώ είμαι Παναθηναϊκός. Μου έδωσε και έναν φάκελο με 100.000 δραχμές σαν δώρο. Μετά με ρωτούσε διάφορα που ήθελε να μάθει για τη ρουλέτα. Πάνω που του μιλούσα χτυπάει η πόρτα. Ήταν η γραμματέας του Γιδόπουλου. Του υπενθύμισε πως είχε προγραμματισμένο ραντεβού με τον Ντούσαν Μπάγιεβιτς ο οποίος εκείνη τη χρονιά είχε πάει στην ΑΕΚ και της λέει ο Γιδόπουλος: “Πες του να πάει να γ…“. Συνεχίσαμε την κουβέντα, μέχρι που ο Μπάγιεβιτς χτύπησε την πόρτα και έβγαλε λίγο το κεφάλι του στο άνοιγμα της πόρτας και λέει του Γιδόπουλου “πρόεδρε έχω προπόνηση, φεύγω…” και μόλις έκλεισε την πόρτα ο Μπάγιεβιτς, λέει ο Γιδόπουλος: “Άι στο διάολο ρε Ντούσαν, δε βλέπεις πως έχουμε δουλειά…”».

Η δικαστική διαμάχη με τον Τζον Τάραμας

Ο Τάκης Τσακάλης ήταν από τους ντίλερ που πήγαν μάρτυρες υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου σε μία από τις δίκες κατά του περίφημου χαρτοπαίκτη Τζον Τάραμας που είχε επικηρυχθεί από το καζίνο της Πάρνηθας: «Ο Τζον Τάραμας έπαιζε μπλακ τζακ και αργότερα πόκερ. Ήταν αριθμομνήμων, είχε την τακτική του και έπαιζε με τις πιθανότητες. Το δικό μας κατηγορητήριο ήταν ότι “έστηνε” τα τραπέζια του καζίνου και ειδικά του μπλακ τζακ. Δηλαδή, σε όλες τις θέσεις του τραπεζιού έπαιζαν δικοί του άνθρωποι και με συνθηματικά τους έδινε εντολές. Εβλεπε πολλά φύλλα και έτσι έκανε ο άνθρωπος το παιχνίδι του. Αργότερα βγήκε απαγορευτικό για τον Τάραμας και στα υπόλοιπα καζίνα. Φυσικά ο Τζον Τάραμας υποστήριζε τα δικά του. Σε άλλα δικαστήρια δικαιώθηκε κιόλας. Μετά το 2005 που μπήκαν οι μηχανές στο ανακάτεμα των φύλλων στράφηκε στο πόκερ».

Δάνειζαν με 10% τόκο για ένα βράδυ

Μετά από τα πρώτα χρόνια ο Τάκης Τσακάλης είχε συνηθίσει τα ανθρώπινα ναυάγια και τις καθημερινές συμφορές που έβλεπε μπροστά στα μάτια του: «Τότε δεν υπήρχαν τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης μετρητών (ΑΤΜ), οπότε εάν κάποιος ήθελε μετρητά πήγαινε στους τοκογλύφους. Αυτοί κάθονταν συνήθως έξω στο πάρκινγκ, αλλά και μέσα στο φουαγιέ του καζίνο και περίμεναν πελάτες. Δάνειζαν με 10% τόκο για ένα βράδυ. Ζητούσες 10.000 δραχμές. Σου έδιναν 9.000 δραχμές. Τα υπόλοιπα 1.000 ήταν ο τόκος».

Το on line κατάστημα τράπεζας στην Πατησίων

Όπως λέει ο βετεράνος ντίλερ της ρουλέτας το κύκλωμα των τοκογλύφων ήταν πολύ οργανωμένο και κανείς δεν γλίτωνε. Μάλιστα αρχηγός του κυκλώματος ήταν ένας υπάλληλος γνωστής τράπεζας σε υποκατάστημα της οδού Πατησίων ο οποίος 24 ώρες το 24ωρο ήταν on line με τους τραπεζικούς λογαριασμούς του κάθε… πελάτη. «Μία φορά ένας υπουργός Εργασίας του ΠΑΣΟΚ βγήκε έξω να δανειστεί από τους τοκογλύφους 1.000.000 δραχμές και του λέει ο τοκογλύφος πως θα του δώσει μόνο 540.000 δραχμές. Όταν ο βουλευτής ρώτησε το λόγο που του δίνει λιγότερα από αυτά που ζητάει του απάντησε ο τοκογλύφος πως “στον τραπεζικό σας λογαριασμό υπάρχουν μόνο 600.000 δραχμές”. Σοκαρίστηκε ο υπουργός και ήρθε και μου είπε την περιπέτεια του. Απορούσε πως οι τοκογλύφοι γνώριζαν πόσα χρήματα είχε στον τραπεζικό λογαριασμό του. Μην κοιτάτε που σήμερα όλα είναι on line. Τότε ήταν ασύλληπτα πράγματα αυτά…».

Λυπόμουν τον Βωβό

«Γενικά κανείς δε γλίτωνε από τη στιγμή που θα ανέβαινε στο βουνό και θα έμπαινε στο καζίνο. Όλοι ήταν τελειωμένοι. Να σου πω ειλικρινά, από ένα σημείο και μετά είχα πάθει ανοσία. Δεν ένιωθα τίποτα για κανέναν. Αυτόν όμως που λυπόμουν ήταν ο Βωβός. Ερχόταν κάθε βράδυ με 50.000.000 δραχμές. Όταν τα έχανε όλα, δανείζονταν από τους τοκογλύφους άλλα 50.000.000 και όταν τα έχανε και αυτά έφευγε. Ήταν για λύπηση και πραγματικά δε μπορούσα να εξηγήσω πως ένας επιτυχημένος άνθρωπος που μπορούσε να έχει τα πάντα κατέστρεφε τη ζωή του στο καζίνο».

Πόρνη για ένα ποντάρισμα

Άλλη φοβερή περίπτωση ήταν επώνυμη κυρία γνωστής επιχειρηματικής οικογένειας που είχε καταστραφεί. Ερχόταν στο καζίνο, έπαιζε ότι είχε μαζί της και όταν τα έχανε όλα πήγαινε στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου και αναζητούσε πελάτες. Γίνονταν πόρνη και επέστρεφε με ότι είχε βγάλει για να κάνει ένα ποντάρισμα. Η απόλυτη παρακμή».

Το… άβατο των γκρουπιέρηδων

«Θα σου πω τώρα και για μένα… Το καζίνο δεν ήταν φιλόπτωχο. Τα πρώτα χρόνια πήγαινα με το σταυρό στο χέρι και με έβγαζαν έξω από τις ενεργές υπηρεσίες. Πέρασε ένα μεγάλο διάστημα δύο ετών που ήμουν εκτός υπηρεσίας. Δε μου έδιναν τραπέζια γιατί ήμουν εκτός κυκλώματος. Με έβαζαν υπηρεσία, πήγαινα στη δουλειά και καθόμουν στο φουαγιέ των γκρουπιέρηδων. Οκτώ ώρες ήμουν παροπλισμένος. Το φουαγιέ ήταν ένας ειδικός χώρος που ξεκουράζονταν οι γκρουπιέρηδες. Κάθε γκρουπιέρης ήταν στο τραπέζι ή στη ρουλέτα μία ώρα και μετά ξεκουράζονταν μισή ώρα. Εκεί είχαμε φαγητό, βλέπαμε τηλεόραση, παίζαμε τάβλι, σκάκι, επιτραπέζια παιχνίδια και φυσικά πολλοί γκρουπιέρηδες έπαιζαν μεταξύ τους πόκα, βίδο, ζάρια. Κι εκεί γινόταν χαμός. Όσα έβγαζαν οι γκρουπιέρηδες τα έπαιζαν μεταξύ τους».

Βλάσσης Μπονάτσος, Αλίκη Βουγιουκλάκη

Μόνο ο Μπονάτσος έμπαινε μέσα

«Απαγορευόταν αυστηρά η είσοδος στο χώρο που ήμασταν εμείς. Λίγοι ήταν οι μη εργαζόμενοι που έμπαιναν εκεί. Ένας από αυτούς ήταν ο Βλάσης Μπονάτσος ο οποίος από ένα σημείο και μετά που έρχονταν στο καζίνο και δεν πήγαινε στα τραπέζια των παικτών αλλά στο φουαγιέ των ντίλερ και έπαιζε μαζί τους. Γενικά οι περισσότεροι ντίλερ καταστράφηκαν στη ζωή τους. Μόνο όσοι είχαν γίνει ζευγάρι και έβαζαν κάποιο στόχο στη ζωή τους έκαναν κουμάντο. Στην ενδιάμεση κατάσταση ήμουν εγώ. Είχα τη γυναίκα μου με την οποία βάζαμε στόχους να πάρουμε ένα σπίτι, να κάνουμε οικογένεια και αυτό με μάζευε, χωρίς να σου λέω πως ήμουν άγιος… Έχασα πολλά, αλλά δεν έχω παράπονο…».

Η διαφθορά της Πάρνηθας

«Έζησα το καζίνο από τις πρώτες ημέρες που το πήρε ο ΕΟΤ το 1984. Για 5 χρόνια δούλεψε καλά και σωστά το καζίνο. Μετά άρχισε η σταδιακή παρακμή… Στο καζίνο τους σιχάθηκα όλους και όλα. Μεταξύ αυτών και τη διαφθορά που κυριαρχούσε τότε επί ΠΑΣΟΚ. Αφού φτάναμε σε σημείο με τους προϊσταμένους να λέμε “που θα πάει αυτή η κατάσταση;” Και φυσικά μετά αλλάζαμε κουβέντα, φοβόμαστε μη χάσουμε τη δουλειά μας και συνεχίζαμε… Όλοι οι υπουργοί που πέρασαν από το Υπουργείο Ανάπτυξης που ανήκε ο ΕΟΤ και το καζίνο, αρχικά ήθελαν να πολεμήσουν τη διαφθορά στην Πάρνηθα. Όταν έβλεπαν πως δε μπορούσαν να κάνουν τίποτα, οι περισσότεροι έβαζαν το δάκτυλο στο μέλι και διόριζαν όποιον μπορούσαν. Ο μοναδικός που κράτησε αποστάσεις ήταν ο Βενιζέλος. Μάλιστα μία φορά με είχε ρωτήσει για το τι πρέπει να κάνει για να “σώσει το καζίνο” και του είχα απαντήσει πως “δεν σώνεται”. Μέσα στο καζίνο σιχάθηκα τα πάντα όπως σου είπα…».

Αποκάλεσα «απατεώνα» τον Τσοχατζόπουλο

Τα χρόνια περνούσαν και ο Τάκης Τσακάλης ανέβηκε τα σκαλιά της συνδικαλιστικής ιεραρχίας μέχρι που έγινε πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων Πάρνηθας. Τα όσα αποκαλύπτει σήμερα είναι χαρακτηριστικά των όσων συνέβαιναν στο βαθύ κράτος αλλά και για τους μύθους που κυκλοφορούν έως σήμερα: «Όπως σου είπα ήμουν μέλος του ΠΑΣΟΚ και αρχικά ήμουν κοντά στον Άκη Τσοχατζόπουλο που εκείνη την περίοδο ήταν πολύ δυνατός. Βέβαια λίγο πριν το 2000 μαλώσαμε άσχημα με τον Τσοχατζόπουλο. Ήθελε να κόψει παροχές που δίνονταν στους εργαζομένους του Σωματείου μας. Είχε γίνει έντονος διάλογος και τον είχα αποκαλέσει δημόσια “απατεώνα”. Μου είχε κάνει μήνυση και τραβιόμασταν. Αν και δεν το επιδίωξα αναδείχτηκα πρόεδρος του Σωματείου εργαζομένων. Πάντα ήμουν υπέρ των εργαζομένων ακόμα και όταν τους έπιαναν να κλέβουν και τους είχαν για απόλυση. Μάλιστα η Βάσω Παπανδρέου όταν ήταν υπουργός Ανάπτυξης με είχε κατηγορήσει πως “σώνω του κλέφτες ντίλερ” αν και η ίδια γνώριζε πολύ καλά πως “όλοι έκλεβαν όλους”…».

Οι γυναίκες ντίλερ του καζίνο της Πάρνηθας

Ετσι αποκτήσαμε επικουρικό μαζί με το προσωπικό της ΕΡΤ

Εντυπωσιακή ήταν άλλη μία ακόμα σκανδαλώδη ρύθμιση που αφορούσε τους 1.200 εργαζόμενους στο καζίνο: «Οι πραγματικοί εργαζόμενοι στο καζίνο ήταν περίπου 450. Περίπου 650 ακόμα ήταν φαντάσματα. Δεν τους γνώριζε κανείς. Ήταν άνθρωποι που τους είχαν προσλάβει οι διάφοροι υπουργοί. Απλά πληρώνονταν. Καλώς ή κακώς είμαι περήφανος για αυτά που πέτυχε η διοίκηση του Σωματείου όσο ήμουν πρόεδρος των εργαζομένων αλλά καμιά φορά τα σκέφτομαι και αναρωτιέμαι: “Τι διάολο γινόταν τότε;“. Τα γραφεία του Σωματείου μας ήταν στο ίδιο κτίριο με τα γραφεία των εργαζομένων στην ΕΡΤ. Λέω τότε του ομολόγου μου, προέδρου εργαζομένων στην ΕΡΤ: Θέλετε να μπούμε και εμείς στον δικό σας φορέα επικουρικής ασφάλισης; Εμείς είμαστε λίγοι αλλά έχουμε καλές και σίγουρες κρατήσεις επειδή πληρωνόμασταν από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Δέχτηκαν και γι αυτό κι εγώ σήμερα έχω επικουρική σύνταξη από το ταμείο των δημοσιογράφων ΤΕΑΠ-ΕΡΤΤ Τομέας Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού ΕΡΤ και Τουρισμού».

Άποψη του Μοντ Παρνές αρχές δεκαετίας του ΄80.

Μας ζήτησαν 50.000.000 από το υπουργείο

«Μια φορά μας κάλεσαν στο υπουργείο εμένα και άλλον έναν συνάδελφο και συνδικαλιστή επίσης και μας είπαν πως θέλουν να καρατομήσουν τη διοίκηση του καζίνου λόγω διαφθοράς. Υποσχέθηκαν πως εμένα θα με έκαναν Τεχνικό Διευθυντή και τον άλλον Γενικό Διευθυντή του καζίνου. Εγώ να σου πω χάρηκα πολύ. Αφού δώσαμε τα χέρια μας παρέπεμψε στον διευθυντή του υπουργείου για τις λεπτομέρειες. Όταν μείναμε μόνοι μας με τον διευθυντή του υπουργείου εκείνος μου είπε ευθέως πως θα πρέπει να φέρνω κάθε μήνα 50.000.000 δραχμές. Του είπα πως για να φέρνω 50.000.000 δραχμές θα πρέπει να κλέβω 200.000.000 δραχμές ώστε να λαδώνεται όλο το σύστημα και μου λέει με κυνικότητα: “Κλέψε και 500.000.000, δε μας νοιάζει. Στο γραφείο υπουργού θα έρχονται 50.000.000 δραχμές”. Εκεί τα σιχάθηκα όλα. Να σου πω φοβήθηκα κιόλας. Ο συνάδελφος που είχαμε πάει μαζί και θα έπαιρνε τη θέση του γενικού διευθυντή του καζίνου φοβήθηκε επίσης και τα τίναξε όλα στον αέρα. Ηχογράφησε τον διευθυντή του υπουργείου και την επόμενη ημέρα χωρίς να με ενημερώσει έδωσε συνέντευξη Τύπου όπου έκανε τις αποκαλύψεις. Βέβαια από τα όσα είπε μόνο η εφημερίδα Ναυτεμπορική είχε κάνει μία μικρή αναφορά για τις αποκαλύψεις του που θα μπορούσαν να ρίξουν την κυβέρνηση. Οι άλλοι δεν έγραψαν τίποτα τίποτα. Μετά μας φώναξαν πάλι στο γραφείο υπουργού και μας είπαν κατάμουτρα “θα σας καταστρέψουμε”. Αυτό ήταν… Από τότε μετρούσα αντίστροφα…».

Ετσι αυξάνονταν τα τιπς

Πως όμως μπορούσε να κλέψει ένας ντίλερ στη ρουλέτα ή στα τραπέζια με τα παίγνια; Ο Τάκης Τσακάλης γέλασε, κούνησε το κεφάλι του με νόημα και μας είπε: «Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να πάρει ένας έμπειρος ντίλερ αυτό που θέλει. Όλα γίνονται με ταχύτητα και χαμόγελο. Άλλωστε το ίδιο το καζίνο σε πιέζει για να κινείσαι με ταχύτητα. Αυτό γίνεται για να μην προλαβαίνουν να σκέφτονται οι παίκτες. Μία κλασσική και εύκολη μέθοδος ειδικά την εποχή που δεν υπήρχαν οι κάμερες ήταν τα χρήματα που έμπαιναν στα τιπς (μπουρμπουάρ). Μέρος των κερδών τα πετούσαμε μέσα στο κουτί για τα τιπς με αποτέλεσμα να μαζεύονται πολλά χρήματα τα οποία μοιράζονταν σε όλους τους εργαζόμενους. Η διανομή γίνονταν ως εξής: Συγκεντρώναμε όλο το ποσό των τιπς και το διαιρούσαμε με τον άθροισμα των χρόνων εμπειρίας που είχαν οι εργαζόμενοι. Για παράδειγμα είχαμε 900.000 τιπς. Διαιρούσαμε το 900.000 με το 300 που ήταν όλα τα χρόνια εμπειρίας όλου του προσωπικού και από εκεί ο καθένας έπαιρνε τις μονάδες του. Εγώ για παράδειγμα στα 5 χρόνια εμπειρίας εισέπραττα 5 μονάδες, δηλαδή, 900.000 δια 300 έβγαινε 3.000 δραχμές η μονάδα και το πολλαπλασίαζα επί 5 που ήταν η εμπειρία μου. Άρα έπαιρνα 15.000 δραχμές».

Η μάρκα μαζί με το τσεκ

«Άλλη περίπτωση ήταν η στιγμή που άφηνες το τσεκ πάνω στο νούμερο που κέρδιζε. Όταν η μπίλια κάθονταν σε ένα νούμερο (π.χ. στο 2) ο ντίλερ άφηνε το τσεκ στο 2 και από κάτω άφηνε με μαεστρία και μια μάρκα και έτσι πλήρωνε τον εαυτό του ή κάποιον άλλο που ήταν στο κόλπο. Άλλη περίπτωση είναι να αφήνει το τσεκ πάνω στο διπλανό νούμερο από αυτό που είχε κερδίσει και με το πίσω μέρος της παλάμης του να αφήνει μάρκες στον αριθμό που έχει κερδίσει. Σε αυτή την περίπτωση τον διόρθωνε ο τσεκαδόρος. Έβαζε το τσεκ στο σωστό νούμερο όπου ήδη είχε αφήσει τις μάρκες και φυσικά πληρώνονταν. Όλα αυτά γίνονταν με μεγάλη ταχύτητα σε σημείο που και να το έβλεπες δεν το αντιλαμβανόσουν».

Δεν είχαν ούτε τα έξοδα της κηδείας τους

Όπως λέει με χιούμορ ο Τάκης Τσακάλης ο Θεός τον αντάμειψε: «Ποτέ δεν αδίκησα κανέναν, ποτέ δεν έκλεψα παίκτη. Ίσα ίσα βοήθησα πολλούς όπου μπορούσα… Σου περιέγραψα και την περίπτωση του κυρίου με τα τρία συνεχόμενα πονταρίσματα που πήρε 1.050.000 δραχμές. Κι εκεί θα μπορούσαμε να λειτουργήσουμε υπέρ του καζίνο. Ήμασταν δίκαιοι. Ποτέ δεν κάναμε ζημιά σε παίκτη. Ήταν νόμος. Ποτέ δεν έκανα ζημιά σε κανέναν. Τελικά έπαθα έμφραγμα το 2002 και έπρεπε να αποχωρήσω. Ήταν πλήγμα για την υγεία μου αλλά το έμφραγμα με έσωσε επαγγελματικά. Πήρα διπλή αποζημίωση την οποία επίσης είχαμε περάσει όσο ήμουν πρόεδρος του Σωματείου. Επίσης είχαμε περάσει και μία ρύθμιση για πληρωμή της εφορίας της αποζημίωσης από το Δημόσιο. Από εκεί και πέρα το καζίνο μπήκε σε περιπέτειες και η συνέχεια είναι γνωστή με τις περικοπές και τα μνημόνια. Όσοι γκρουπιέρηδες έμειναν πίσω καταστράφηκαν. Πήραν μικρές αποζημιώσεις. Κάποιοι δεν είχαν ούτε τα έξοδα της κηδείας τους».

Παίρναμε μεγάλα ρίσκα

Κομβική ήταν η απόφαση να ανοίξουν οι πόρτες του καζίνο σε όλους τους πολίτες ανεξάρτητα από το εισόδημα τους «Μόλις άνοιξε το καζίνο για όλους έγινε χαμός. Ανέβαιναν όλοι στο βουνό. Οικογενειάρχες που νόμιζαν πως θα γίνουν πλούσιοι και έχαναν ότι είχαν και δεν είχαν. Ανέβηκε όμως και το μαύρο χρήμα και άρα όλα τα κακοποιά στοιχεία. Εκεί χάθηκε η μπάλα παρότι στο καζίνο λειτουργούσε Τμήμα Ασφαλείας με 5 αστυνομικούς. Υπήρχαν φορές που είχα φοβηθεί. Παίρναμε μεγάλα ρίσκα. Μην τα κοιτάς απ΄έξω. Η δουλειά ήταν πολύ δύσκολη και απαιτητική».

Εκτελούσε συμβόλαια θανάτου

«Θα σου πω μόνο ένα για να καταλάβεις: Είχα γνωρίσει ένα παιδί που ήταν ευγενέστατος. Μου είχε πει πως ήταν συνοδός ασφαλείας σε επωνύμους. Στην αρχή δεν έπαιζε. Έδειχνε άγιος άνθρωπος. Μιλούσαμε για τις οικογένειες μας, για τα χωριά μας, έκανε συνέχεια τον σταυρό του. Μετά από 2-3 χρόνια γνωριμίας είχε αρχίσει να παίζει. Μία μέρα βλέπω στις ειδήσεις στην τηλεόραση πως συνελήφθη στην Ολλανδία ο εγκέφαλος της εταιρείας δολοφόνων. Δεν πίστευα στα μάτια μου και στα αφτιά μου. Ηταν αυτός. Όπως έγινε γνωστό εκτελούσε συμβόλαια θανάτου. Έφαγε ισόβια και σε μία άδεια που πήρε τον σκότωσαν στην Κηφισιά».

Τις έκαψα στο τζάκι…

Κλείνοντας το ταξίδι των αναμνήσεων που περιλαμβάνει και πολλές ακόμα ανέκδοτες ιστορίες με διάσημους ο Τάκης Τσακάλης έχει υποσχεθεί να γράψει ένα βιβλίο για όλα αυτά που έζησε αλλά και κυρίως για την ψυχολογία των εργαζομένων και των παικτών. «Είχα γράψει πολλές σημειώσεις αλλά ένα βράδυ τις έκαψα στο τζάκι. Θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για να τονίσω πως το καζίνο θα μπορούσε να είναι ένα χρυσωρυχείο και τόπος διασκέδασης αλλά για να το ελέγξεις θα πρέπει να υπάρχει πολιτική βούληση. Η μεταχείρηση όλων των κυβερνήσεων ήταν λάθος, προφανώς επειδή αντιλαμβάνονταν πως δε μπορούσαν να το ελέγξουν. Θα μπορούσε να ήταν κρατικό και να αποφέρει πολλά έσοδα. Διεθνώς τα καζίνο αποφέρουν κέρδη μέχρι και 30% του τζίρου τους. Για να το ελέγξεις θα πρέπει να οργανώσεις δυνατό και ανεξάρτητο φορέα που θα εγγυάται τη σωστή λειτουργία και την αξιοπιστία, διαφορετικά θα είναι τόπος που θα καταστρέφονται οι άνθρωποι, θα χάνονται περιουσίες και θα κυριαρχεί ο υπόκοσμος».

Πηγή

Διαβάστε ακόμη: