Τη διαβεβαίωση ότι οι βλάβες που έχουν παρατηρηθεί σε κτίρια της Κυψέλης από τα έργα του μετρό θα αποκατασταθούν με δαπάνες της αναδόχου κοινοπραξίας έδωσε ο υφυπουργός Υποδομών Νίκος Ταχιάος.

Ο υφυπουργός ξεκαθάρισε δε ότι βάσει των αυτοψιών που έχουν πραγματοποιήσει οι μηχανικοί της Ελληνικό Μετρό και της αναδόχου κοινοπραξίας, δεν υπάρχει ζήτημα στατικής επάρκειας των κτιρίων.

Σε κάθε περίπτωση, όπως πρόσθεσε, το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών έχει δώσει οδηγία στην Ελληνικό Μετρό να εξαντλήσει όλα τα μέσα ώστε οι πολίτες που έχουν επηρεαστεί να είναι σίγουροι ότι κατοικούν ή εργάζονται σε ασφαλή κτίρια.

«Αυτό που μπορώ να πω, βάσει των αυτοψιών που έχουν πραγματοποιήσει οι μηχανικοί της Ελληνικό Μετρό και της αναδόχου κοινοπραξίας, είναι ότι δεν υπάρχει ζήτημα στατικής επάρκειας των κτιρίων. Από εκεί και πέρα, οι βλάβες που έχουν παρατηρηθεί φαίνεται ότι είναι απολύτως αναστρέψιμες και βεβαίως, αποτελεί συμβατική υποχρέωση του αναδόχου να τις αποκαταστήσει με δικές του δαπάνες. Σε κάθε περίπτωση το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών έχει δώσει οδηγία στην Ελληνικό Μετρό να εξαντλήσει όλα τα μέσα ώστε οι πολίτες που έχουν επηρεαστεί να είναι σίγουροι ότι κατοικούν ή εργάζονται σε ασφαλή κτίρια», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Όσον αφορά ποιες ενέργειες έγιναν από το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, από τη στιγμή που διαπιστώθηκε το πρόβλημα σημείωσε: «Από την πρώτη στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη τεχνική διερεύνηση, προκειμένου να επιλεγεί η λύση που θα επιτρέψει την ασφαλή συνέχιση του έργου χωρίς να επαναληφθούν αντίστοιχα φαινόμενα. Η πραγματικότητα είναι ότι, μολονότι πριν από την έναρξη κατασκευής του έργου είχαν πραγματοποιηθεί εκτεταμένες γεωτεχνικές έρευνες και είχε διερευνηθεί το εδαφικό προφίλ αλλά και η κατάσταση των κτιρίων που επηρεάζονται από τη διέλευση της σήραγγας, οι ειδικές συνθήκες που εντοπίστηκαν στην περιοχή της Κυψέλης ήταν αδύνατο να διαπιστωθούν κατά τη φάση εκείνη και, ως εκ τούτου, αποτέλεσαν ένα μη προβλέψιμο γεγονός. Στα υπόγεια έργα κάτι τέτοιο δεν είναι σπάνιο».

Για το εάν υπάρχει σήμερα χρονοδιάγραμμα για την επανεκκίνηση της διάνοιξης στο τμήμα Κυψέλη – Ευελπίδων:

«Ο μετροπόντικας έχει σταματήσει εδώ και περισσότερο από δύο μήνες και οι εργασίες θα επανεκκινήσουν μόνο όταν θα είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει κανένα ζήτημα για την ασφάλεια των υπερκείμενων κατασκευών. Μάλιστα έχουν ήδη κινητοποιηθεί Έλληνες και ξένοι εμπειρογνώμονες για να συνδράμουν στην υιοθέτηση της βέλτιστης λύσης. Και έχουμε ήδη εικόνα των προτάσεών τους. Εκείνο, όμως, που θέλω να τονίσω είναι ότι πρέπει να αποκατασταθεί και το αίσθημα ασφάλειας των κατοίκων που επηρεάζονται».

Για το εάν αποδίδει ευθύνες στην εταιρεία:

«Η εταιρεία που κατασκευάζει τη σήραγγα διαθέτει πολύ μεγάλη εμπειρία σε μεγάλα υπόγεια τεχνικά έργα. Δεν είμαι σε θέση να αποδώσω ευθύνες στην παρούσα φάση, ούτε είναι αυτή η δουλειά μου αυτή τη στιγμή. Το πιθανότερο είναι, αναζητώντας ευθύνες να χάσουμε την ουσία και τον χρόνο μας. Εκείνο που έχω πειστεί είναι ότι οι συνθήκες που αντιμετωπίζουμε στην περιοχή δεν μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί. Πρόκειται για ένα μη προβλέψιμο γεγονός, όπως ανέφερα και προηγουμένως».
Και συμπλήρωσε: «Γνωρίζαμε ότι στην περιοχή το γεωτεχνικό προφίλ ήταν απαιτητικό και αυτό είχε ληφθεί υπ’ όψιν στις μελέτες. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο σημείο δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι θα εκδηλωνόταν το συγκεκριμένο ή παρόμοιο φαινόμενο».

Για το εάν το περιστατικό της Κυψέλης οδηγεί σε επανεξέταση του σχεδιασμού ή των γεωτεχνικών δεδομένων και στα υπόλοιπα τμήματα της Γραμμής 4 τόνισε: «Τα γεωτεχνικά δεδομένα αντιμετωπίζονται πάντοτε δυναμικά, γιατί κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα, πόσω δε μάλλον να προβλέψει τις εκπλήξεις που μπορεί να κρύβει το υπέδαφος. Τα πρωτόκολλα ασφαλείας και οι διαδικασίες παρακολούθησης παραμένουν τα ίδια, όμως κάθε νέο στοιχείο αξιολογείται και ενσωματώνεται στη διαχείριση του έργου».

Σε ερώτημα γιατί στο έργο που χρησιμοποιούνται μετροπόντικες τελευταίας γενιάς δεν αποφεύχθηκε αυτό το περιστατικό ο κ. Ταχιάος απάντησε:

«Ακριβώς επειδή χρησιμοποιούνται αυτά τα TBM, η εξέλιξη του φαινομένου ήταν περιορισμένη. Με τη χρήση εδαφικού πολφού, δηλαδή ενός μείγματος σε υγρή μορφή, το οποίο εκχέεται από την κεφαλή του μηχανήματος, τα TBM εξισορροπούν τις πιέσεις του εδάφους στις υπερκείμενες κατασκευές, οπότε η πρόληψη φαινομένων όπως αυτά που έχουμε δει στο παρελθόν είναι πάρα πολύ έγκαιρη και η επίδρασή τους πολύ μικρή. Και μην ξεχνάμε ότι η παρακολούθηση των μικρομετακινήσεων, είτε αυτές αφορούν το έδαφος, είτε τα κτίρια, γίνεται σε πραγματικό χρόνο. Υπάρχουν συγκεκριμένα όρια συναγερμού και, μόλις αυτά ξεπεραστούν, ενεργοποιούνται αμέσως οι προβλεπόμενες διαδικασίες αντιμετώπισης».

Γιατί χρειάστηκε να υπάρξει παρέμβαση του Δήμου Αθηναίων και του Δημάρχου;

«Η κινητοποίηση της Ελληνικό Μετρό και του αναδόχου ήρθε από την πρώτη στιγμή που διαπιστώθηκε το πρόβλημα. Όπως σας είπα, έχουν ήδη ληφθεί μέτρα και έχουν γίνει και αποκαταστάσεις. Η Ελληνικό Μετρό – και αυτή είναι η οδηγία που έχει λάβει από το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών -είναι απολύτως ανοιχτή στην ενημέρωση τόσο των κατοίκων μεμονωμένα όσο και των αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένου προφανώς, και του Δήμου Αθηναίων. Θα ήθελα, όμως, να επισημάνω ότι πρώτα ενημερώνεται κανείς για τα πραγματικά δεδομένα, στη συνέχεια διαμορφώνει άποψη και μόνο στο τέλος αναζητούνται ευθύνες, εφόσον αυτό έχει νόημα. Ειδικά όταν αυτό εμπλέκει και τις δικαστικές αρχές. Άλλωστε, αν υπάρχει λόγος, αυτές μπορούν να παρέμβουν αυτεπάγγελτα».

Τέλος, σε ερώτημα που του έγινε για το αν ένας κάτοικος διαπιστώσει σήμερα μια νέα ρωγμή στην κατοικία του, ποια είναι η διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει απάντησε:

«Η παρουσία στην περιοχή, της Ελληνικό Μετρό και του αναδόχου του έργου, είναι συνεχής. Μόλις υπάρχει σχετική ενημέρωση από τον ενδιαφερόμενο στο πιο κοντινό εργοτάξιο, λαμβάνονται όλα τα μέτρα και ενεργοποιούνται όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητοι έλεγχοι. Και θα επαναλάβω ότι, κάθε βλάβη η οποία οφείλεται στο έργο, αποκαθίσταται υποχρεωτικά από τον ανάδοχο. Δεν υπάρχει καμία οικονομική επιβάρυνση του πολίτη. Κυρίως δεν θέλουμε να υπάρχει και καμία ψυχολογική επιβάρυνσή του, ειδικά από την κατασκευή ενός έργου που θα ανεβάσει την παροχή δημόσιας συγκοινωνίας στην Αθήνα στο πιο σύγχρονο ποιοτικά και τεχνολογικά επίπεδο».

Διαβάστε ακόμη: