Η απόφαση του MSCI να ξεκινήσει διαβούλευση για την πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας από αναδυόμενη σε αναπτυγμένη αγορά επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για το Χρηματιστήριο Αθηνών: κατά πόσο η θεσμική αυτή εξέλιξη θα συνοδευτεί από ουσιαστικές εισροές κεφαλαίων ή αν, τελικά, το ισοζύγιο θα αποδειχθεί αρνητικό.

Η διαβούλευση ανοίγει τον δρόμο για ένταξη της ελληνικής αγοράς στους δείκτες αναπτυγμένων αγορών με πιθανή εφαρμογή στο rebalancing του Αυγούστου 2026, ωστόσο η JP Morgan υιοθετεί σαφώς πιο επιφυλακτική στάση από τη γενικότερη αισιοδοξία της αγοράς.

Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος της ανάλυσης της αμερικανικής τράπεζας, «Yes, we are very unhappy that MSCI will upgrade Greece to DM», μέσα από τον οποίο οι αναλυτές καθιστούν σαφές ότι η αναβάθμιση, αν και θεσμικά θετική, ενδέχεται να έχει περιορισμένο ή ακόμη και αρνητικό επενδυτικό αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με τη JP Morgan, η διαδικασία διαβούλευσης θεωρείται σε μεγάλο βαθμό τυπική και η μετακίνηση της Ελλάδας στους δείκτες αναπτυγμένων αγορών στο rebalancing του Αυγούστου 2026 αντιμετωπίζεται ως σχεδόν δεδομένη.

Σήμερα η Ελλάδα συμμετέχει στον δείκτη MSCI Emerging Markets με βάρος 0,58%, διαθέτοντας οκτώ μετοχές στον βασικό δείκτη. Σε περίπτωση αναβάθμισης, η εικόνα αλλάζει δραστικά, καθώς το βάρος της χώρας στους δείκτες αναπτυγμένων αγορών θα περιοριστεί σημαντικά. Οι εκτιμήσεις της JP Morgan κάνουν λόγο για μόλις 0,06% στον MSCI World, περίπου 0,38% στον MSCI Europe και 0,25% στον MSCI EAFE.

Η υποχώρηση αυτή του ειδικού βάρους έχει άμεσες επιπτώσεις στις παθητικές ροές κεφαλαίων. Όπως υπολογίζει η τράπεζα, τα funds που παρακολουθούν δείκτες αναπτυγμένων αγορών θα χρειαστεί να προχωρήσουν σε αγορές ελληνικών μετοχών ύψους περίπου 5,1 δισ. δολαρίων. Την ίδια στιγμή, τα funds αναδυόμενων αγορών θα υποχρεωθούν σε πωλήσεις που εκτιμώνται στα 5,4 δισ. δολάρια.

Το τελικό αποτέλεσμα οδηγεί σε ελαφρώς αρνητικές καθαρές παθητικές ροές, παρά το θετικό συμβολισμό της αναβάθμισης. Συνολικά, η JP Morgan εκτιμά ότι θα καταγραφούν καθαρές εκροές περίπου 500 εκατ. δολαρίων, με 5,2 δισ. δολάρια εκροές από μετοχές που θα αποχωρήσουν από τον MSCI Emerging Markets και 4,7 δισ. δολάρια εισροές προς όσες ενταχθούν στους δείκτες αναπτυγμένων αγορών.

Σε επίπεδο τίτλων, η ανάλυση δείχνει ότι πέντε από τις οκτώ ελληνικές μετοχές που σήμερα συμμετέχουν στον MSCI EM αναμένεται να μεταφερθούν στους δείκτες αναπτυγμένων αγορών, ενώ τρεις μετοχές εκτιμάται ότι θα εξέλθουν πλήρως από το βασικό σύμπαν δεικτών. Οι μεγαλύτερες κεφαλαιοποιήσεις απορροφούν εισροές από τα DM index trackers, ωστόσο οι τίτλοι που δεν πληρούν τα αυστηρότερα κριτήρια προκαλούν δυσανάλογες εκροές από τα funds αναδυόμενων αγορών, επιβαρύνοντας το τελικό ισοζύγιο.

Πέρα από τα απόλυτα μεγέθη των ροών, η JP Morgan εστιάζει σε έναν κρίσιμο ποιοτικό παράγοντα. Η ελληνική αγορά μεταβαίνει από μια country–focused επενδυτική βάση, όπου η χώρα αποτελούσε διακριτή επενδυτική επιλογή εντός των αναδυόμενων αγορών, σε ένα sector-driven πανευρωπαϊκό περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχούν οι μεγάλοι κλάδοι και όχι οι επιμέρους χώρες.

Με βάρος κάτω από 40 μονάδες βάσης στον MSCI Europe και μόλις 6 μονάδες βάσης στον MSCI World, η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει την επενδυτική της ορατότητα. Ενδεικτικά, η Εθνική Τράπεζα, η μεγαλύτερη ελληνική μετοχή, θα κατατάσσεται περίπου ως η 58η μεγαλύτερη χρηματοοικονομική μετοχή στον MSCI Europe, ενώ η ΔΕΗ θα συγκαταλέγεται στις μικρότερες εταιρείες κοινής ωφέλειας του δείκτη.

Η JP Morgan δεν αμφισβητεί τη θεσμική πρόοδο της ελληνικής αγοράς, ούτε τη συμμόρφωσή της με τα κριτήρια προσβασιμότητας των αναπτυγμένων αγορών. Τονίζει, ωστόσο, ότι σε καθαρά επενδυτικούς όρους η αναβάθμιση από μόνη της δεν εγγυάται εισροές, ούτε διασφαλίζει αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον.

Το ιστορικό προηγούμενο της αναβάθμισης του 2001, σε συνδυασμό με τη μηχανική λειτουργία των παθητικών δεικτών, υποδηλώνει ότι το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να αποδειχθεί ουδέτερο έως αρνητικό τόσο για τις ροές κεφαλαίων όσο και για τη διεθνή προβολή της ελληνικής αγοράς.

Το συμπέρασμα της αμερικανικής τράπεζας είναι σαφές: η πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας από τη MSCI αποτελεί ένα σημαντικό θεσμικό ορόσημο, όμως δεν αποτελεί πανάκεια για το Χρηματιστήριο Αθηνών. Σε ένα περιβάλλον όπου τα κεφάλαια κατευθύνονται κυρίως μέσω δεικτών και ETFs, το μέγεθος και το σχετικό βάρος παραμένουν καθοριστικοί παράγοντες.

Για την ελληνική αγορά, το πραγματικό στοίχημα δεν είναι απλώς η αναβάθμιση, αλλά το κατά πόσο μπορεί να μετατραπεί από έναν θεσμικό τίτλο σε ουσιαστικό και διατηρήσιμο επενδυτικό πλεονέκτημα.

Διαβάστε ακόμη: