Το δικό του January effect φαίνεται ότι θα κάνει ο τραπεζικός κλάδος στο ελληνικό, και όχι μόνο, χρηματιστήριο, καθώς το επενδυτικό ενδιαφέρον στις τρεις πρώτες συνεδριάσεις του έτους έχει ανεβάσει τόσο τις τιμές όσο και τις συναλλαγές στα ύψη.
Σε μια συγκυρία μάλιστα, που παρά την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι βασικοί διεθνείς δείκτες (Dow Jones, S&P 500, FTSE 100, DAX) κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενισχύοντας τη διάθεση για ανάληψη ρίσκου, ενώ οι τράπεζες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, επανεμφανίζονται ως οι βασικοί ωφελημένοι μιας σταθερής αναπτυξιακής πορείας.
Σε μόλις τρεις συνεδριάσεις, λοιπόν, ο τραπεζικός δείκτης «γράφει» κέρδη 5,5%, ενώ έχουν αλλάξει χέρια 218 εκατ. μετοχές, είτε μέσω spot αγοράς είτε μέσω πακέτων.
Σημαντικές εισροές
Το θετικό momentum για την Ελλάδα ενισχύεται και από τις εκτιμήσεις διεθνών οίκων ότι οι ελληνικές μετοχές οδεύουν προς αναβάθμιση σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς. Σύμφωνα με στρατηγικούς αναλυτές της JPMorgan, ο πάροχος δεικτών Stoxx ενδέχεται να αποφασίσει την αναβάθμιση κατά την αναθεώρηση του Απριλίου, με ισχύ από τον Σεπτέμβριο, ανοίγοντας τον δρόμο για παθητικές εισροές ύψους έως και 962 εκατ. δολαρίων. Σε αυτή την περίπτωση, οι ελληνικές μετοχές, ειδικά οι τραπεζικές, θα ενταχθούν τόσο στον Stoxx Europe 600 όσο και στους δείκτες Eurostoxx.
Η επιστροφή των επενδυτών στα ελληνικά assets δεν είναι τυχαία. Η ελληνική οικονομία υπεραποδίδει έναντι των περισσότερων ευρωπαϊκών οικονομιών, στηριζόμενη σε έναν σαφώς ενισχυμένο τραπεζικό κλάδο και στη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών.
Από τις αρχές του 2023, όταν η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών έχει ενισχυθεί κατά περίπου 129%, έναντι ανόδου 42% του Stoxx 600 την ίδια περίοδο.
Τα «ατού» των ελληνικών τραπεζών
Όλο το προηγούμενο διάστημα, οι περισσότεροι ξένοι αναλυτές έδωσαν την ψήφο εμπιστοσύνης τους στον ελληνικό τραπεζικό κλάδο και το για το 2026 συμφωνώντας στα βασικά στοιχεία που τον ξεχωρίζουν, την ώρα που οι αποτιμήσεις παραμένουν ελκυστικές. Οι εγχώριες τράπεζες, έχοντας ολοκληρώσει έναν πολυετή κύκλο εξυγίανσης, εμφανίζουν πλέον ισχυρή κερδοφορία, βελτιωμένη ποιότητα ενεργητικού και σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης.
Η πιστωτική επέκταση το 2025 κινήθηκε σε υψηλούς ρυθμούς, κυρίως λόγω των έργων που χρηματοδοτήθηκαν μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αλλά και της αυξανόμενης ζήτησης από επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Το βασικό ερώτημα για τις τραπεζικές διοικήσεις αφορά τη διατήρηση των ρυθμών πιστωτικής επέκτασης σε ένα περιβάλλον χωρίς τις άμεσες ενισχύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. Κάτι για το οποίο οι τραπεζικές διοικήσεις έχουν ήδη προετοιμάσει το έδαφος, καθώς βρίσκονται σε έναν αγώνα δρόμο για την έγκαιρη ολοκλήρωση των συζητήσεων για νέες δανειακές συμβάσεις, ήδη από το πρώτο τρίμηνο του 2026, ώστε να αξιοποιηθεί πλήρως το θετικό μακροοικονομικό περιβάλλον και το χαμηλότερο κόστος χρήματος.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και ο ρόλος της λιανικής τραπεζικής. Το 2025 καταγράφηκε σαφής ανάκαμψη της στεγαστικής πίστης, με τις νέες εκταμιεύσεις να εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 2 δισ. ευρώ, επίπεδο που αποτελεί υψηλό 11 ετών.
Ελκυστικές αποτιμήσεις
Την ίδια ώρα, σε επίπεδο των αποτιμήσεων, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με σαφές discount έναντι των ευρωπαϊκών, παρά το ισχυρό ράλι των τελευταίων ετών. Η αφετηρία του 2026 τις τοποθετεί περίπου στις 7,5 φορές τα κέρδη του 2027 και στις 1,1 φορές τα ενσώματα ίδια κεφάλαια, έναντι 10,1 φορές P/E και 1,5 φορές P/TBV για τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με συγκρίσιμα επίπεδα αποδοτικότητας.
Επιμέρους, η Εθνική Τράπεζα αποτιμάται υψηλότερα λόγω προσδοκιών για αυξημένες διανομές, η Eurobank προβάλλεται ως το πιο ισορροπημένο ποιοτικό story, η Πειραιώς εμφανίζει την πιο ελκυστική σχέση αποτίμησης–απόδοσης, ενώ η Alpha Bank παραμένει χαμηλότερα αποτιμημένη, περισσότερο λόγω στάσης αναμονής της αγοράς παρά λόγω θεμελιωδών αδυναμιών.
Οι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι συγκλίνουν στο ότι το discount δεν δικαιολογείται. Η JP Morgan διατηρεί σύσταση Overweight και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, θεωρώντας ότι η προοπτική αυξημένων payouts, ιδίως από την Εθνική Τράπεζα, μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης επανατιμολόγησης για τον κλάδο συνολικά. Αντίστοιχα, η UBS χαρακτηρίζει το ελληνικό banking υποτιμημένο, αναδεικνύοντας την Τράπεζα Πειραιώς ως κορυφαία επιλογή σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ Eurobank και Εθνική ξεχωρίζουν για τη δημιουργία χρηματοροών και την αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων.
Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η Autonomous Research περιγράφει το 2026 ως έτος μετάβασης, με την επενδυτική βαθμίδα, τα χαμηλά spreads και την υψηλή συγκέντρωση του τραπεζικού συστήματος να στηρίζουν τη σταθερή απορρόφηση πιστωτικής ζήτησης. Τέλος, ορισμένοι οίκοι, όπως η Jefferies και η Goldman Sachs, μετατοπίζουν το ενδιαφέρον από τα επιτόκια προς την αξιοποίηση κεφαλαίων, τον όγκο εργασιών και τη λειτουργική μόχλευση