Η ΕΚΤ επιστρέφει σε πιο αυστηρή νομισματική στάση, αυξάνοντας τα τρία βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης, καθώς η νέα ενεργειακή κρίση και η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ανατρέπουν την πορεία αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού και αναγκάζουν τη Φρανκφούρτη να κρατήσει ανοικτό το ενδεχόμενο νέων κινήσεων.

Το μήνυμα που έστειλε η Κριστίν Λαγκάρντ μετά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου ήταν σαφές: ο πληθωρισμός θα παραμείνει σημαντικά πάνω από τον στόχο του 2% για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, ενώ η ΕΚΤ δεν προτίθεται να δεσμευθεί εκ των προτέρων για συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων.

Η απόφαση για αύξηση κατά 25 μ.β. συνοδεύθηκε από αισθητή επιδείνωση των πληθωριστικών προβλέψεων για τα επόμενα χρόνια. Το βασικό σενάριο της ΕΚΤ προβλέπει πλέον μέσο πληθωρισμό 3,0% το 2026, 2,5% το 2027 και 2,1% το 2028. Η εκτίμηση για το 2026 παρέμεινε αμετάβλητη, όμως οι προβλέψεις για το 2027 και το 2028 αναθεωρήθηκαν προς τα πάνω.

Για τον πληθωρισμό χωρίς ενέργεια και τρόφιμα, η ΕΚΤ προβλέπει 2,5% το 2026, 2,6% το 2027 και 2,3% το 2028, γεγονός που δείχνει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν περιορίζονται αποκλειστικά στην ενέργεια.

Η ενέργεια αλλάζει ξανά την εξίσωση

Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκεται το ενεργειακό σοκ. Ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη επιταχύνθηκε στο 3,3% τον Αύγουστο, από 2,9% τον Ιούλιο, με τις τιμές της ενέργειας να καταγράφουν άνοδο 14,3%, έναντι 10,3% ένα μήνα νωρίτερα.

Η Λαγκάρντ συνέδεσε την εξέλιξη τόσο με την άνοδο των ενεργειακών εμπορευμάτων όσο και με τη σημαντική συμβολή των περιθωρίων διύλισης στα υγρά καύσιμα.

Ακόμη πιο κρίσιμο για τις αγορές είναι ότι η ΕΚΤ εκτιμά πως ο γενικός πληθωρισμός θα παραμείνει αισθητά πάνω από τον στόχο έως και το πρώτο εξάμηνο του 2027. Μόνο στη συνέχεια αναμένεται να αρχίσει να αποκλιμακώνεται ουσιαστικά η συμβολή της ενέργειας, με τον ενεργειακό πληθωρισμό να γίνεται αρνητικός έως τα μέσα του 2028.

Η Φρανκφούρτη προειδοποιεί παράλληλα ότι οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας θα αρχίσουν σταδιακά να περνούν στον δομικό πληθωρισμό και στις τιμές των τροφίμων.

Σύμφωνα με την ΕΚΤ, ο γενικός πληθωρισμός αναμένεται να επιστρέψει κοντά στον στόχο του 2% προς το τέλος του 2027, με τα υψηλότερα επιτόκια να αποτελούν βασικό μηχανισμό για την επαναφορά του.

Καλύτερη ανάπτυξη, αλλά μεγάλοι κίνδυνοι

Παρά την επιδείνωση στο μέτωπο του πληθωρισμού, η εικόνα για την οικονομία της ευρωζώνης εμφανίζεται καλύτερη από ό,τι αναμενόταν.

Η ΕΚΤ αναβάθμισε τις εκτιμήσεις της για την ανάπτυξη και προβλέπει πλέον αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,9% το 2026, 1,4% το 2027 και 1,5% το 2028.

Η αναθεώρηση προς τα πάνω για το 2026 και το 2027 αποδίδεται κυρίως στη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, με την ιδιωτική κατανάλωση και τις δημόσιες δαπάνες να λειτουργούν υποστηρικτικά.

Η μεταποίηση εξακολουθεί να καταγράφει σταθερές επιδόσεις, καθώς οι κυβερνήσεις αυξάνουν τις δαπάνες για άμυνα και υποδομές, ενώ η ανάκαμψη της καταναλωτικής εμπιστοσύνης βοηθά τον τομέα των υπηρεσιών να ξεπεράσει το αρχικό πλήγμα από το ενεργειακό σοκ.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η Λαγκάρντ και στην αυξανόμενη δραστηριότητα που σχετίζεται με την τεχνητή νοημοσύνη, η οποία γίνεται ήδη ορατή στις ψηφιακές υπηρεσίες, στις επιχειρηματικές επενδύσεις και στις εξαγωγές.

Η αγορά εργασίας εξακολουθεί επίσης να λειτουργεί ως βασικό στήριγμα, με την ανεργία να παραμένει τον Ιούλιο στο 6,4%.

Το μεγάλο ρίσκο: Ενέργεια, γεωπολιτική και ομόλογα

Παρά τις καλύτερες προβλέψεις για το ΑΕΠ, η ΕΚΤ χαρακτηρίζει τις προοπτικές εξαιρετικά αβέβαιες.

Οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη είναι κυρίως καθοδικοί, ενώ για τον πληθωρισμό είναι ανοδικοί.

Στο δυσμενές σενάριο, νέες διαταραχές στην ενεργειακή προσφορά θα μπορούσαν να οδηγήσουν τις τιμές της ενέργειας ακόμη υψηλότερα και για μεγαλύτερο διάστημα, πλήττοντας τα πραγματικά εισοδήματα, την κατανάλωση και τις επενδύσεις.

Η ΕΚΤ επισημαίνει ειδικά τον κίνδυνο για το φυσικό αέριο, καθώς περαιτέρω προβλήματα στην προσφορά ή ένας ιδιαίτερα ψυχρός χειμώνας σε συνδυασμό με χαμηλά αποθέματα θα μπορούσαν να προκαλέσουν νέα σημαντική άνοδο των τιμών.

Παράλληλα, μια επιδείνωση του κλίματος στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές ή η μετάδοση αναταράξεων από τις παγκόσμιες αγορές ομολόγων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυστηρότερες συνθήκες χρηματοδότησης και ασθενέστερη ζήτηση.

Στο ίδιο πλαίσιο, μια νέα κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων μεταξύ των μεγάλων οικονομιών θα μπορούσε να διαταράξει τις εφοδιαστικές αλυσίδες, να περιορίσει τις εξαγωγές και να επιβαρύνει κατανάλωση και επενδύσεις.

Το κόστος χρήματος έχει ήδη ανέβει

Οι επιπτώσεις της πιο περιοριστικής νομισματικής πολιτικής είναι ήδη ορατές στο κόστος χρηματοδότησης.

Τα επιτόκια τραπεζικού δανεισμού προς τις επιχειρήσεις αυξήθηκαν στο 3,8% τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, από 3,6% τον Μάιο, ενώ το κόστος του εταιρικού χρέους που αντλείται απευθείας από τις αγορές διαμορφώθηκε στο 4,0% τον Ιούλιο.

Τα στεγαστικά επιτόκια παρέμειναν στο 3,5%, ενώ ο ρυθμός αύξησης των στεγαστικών δανείων επιβραδύνθηκε στο 3,0%.

Παρά το ακριβότερο χρήμα, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τραπεζικών δανείων προς τις επιχειρήσεις επιταχύνθηκε στο 4,4% τον Ιούλιο, από 4,0% τον Μάιο και τον Ιούνιο.

Καμία δέσμευση για το επόμενο βήμα

Το σημαντικότερο μήνυμα για επενδυτές, ομόλογα, τράπεζες και μετοχές είναι ότι η ΕΚΤ δεν δίνει πλέον κανένα προκαθορισμένο σήμα για την επόμενη κίνησή της.

Η Λαγκάρντ επανέλαβε ότι κάθε απόφαση θα λαμβάνεται «από συνεδρίαση σε συνεδρίαση» και θα εξαρτάται από τα νέα οικονομικά στοιχεία, τις πληθωριστικές προοπτικές, τη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού και την αποτελεσματικότητα της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής.

Με τον πληθωρισμό να προβλέπεται πάνω από τον στόχο μέχρι το 2027 και την ενεργειακή αβεβαιότητα να παραμένει εξαιρετικά υψηλή, το μήνυμα της ΕΚΤ είναι ότι η μάχη με τις τιμές απέχει ακόμη από το τέλος της.

Για τις αγορές, αυτό μεταφράζεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι προσδοκίες για τα επιτόκια θα εξαρτώνται ακόμη περισσότερο από κάθε νέο στοιχείο για ενέργεια, πληθωρισμό και ανάπτυξη, με τη Λαγκάρντ να κρατά επί της ουσίας όλες τις επιλογές ανοικτές.