Με επιφυλακτικότητα αντιμετωπίζει η διεθνής ναυτιλιακή βιομηχανία, αλλά και κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ορισμένες από τις κυρώσεις που προβλέπονται στο προτεινόμενο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή 20ό «πακέτο» κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

Αν και το «πακέτο» περιλαμβάνει πολλά επιμέρους σημεία, ο προβληματισμός εστιάζεται στο βασικό μέτρο της πλήρους απαγόρευσης όλων των ναυτιλιακών δραστηριοτήτων με τη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς ρωσικού πετρελαίου προς τρίτες χώρες.

Μέχρι στιγμής επιτρέπεται η μεταφορά του κάτω από ένα συγκεκριμένο ύψος τιμής (44,10 δολάρια το βαρέλι, σύμφωνα με την τελευταία απόφαση) από ναυτιλιακές και πλοία της Ευρωπαϊκής Ενωσης προς χώρες που δεν εφαρμόζουν τις κυρώσεις, όπως η Κίνα και η Ινδία.

Το «πακέτο» των νέων μέτρων βρίσκεται υπό συζήτηση προκειμένου να διαμορφωθεί κοινή θέση της Ε.Ε. ενόψει της συνόδου του G7 στα τέλη του μηνός. Υπάρχει όμως προβληματισμός κατά πόσο είναι δυνατή η επίτευξη μιας τέτοιας συμφωνίας τόσο σύντομα, αφού υφίστανται σοβαρές ανησυχίες για τις επιπτώσεις που αυτό θα έχει στις τιμές της ενέργειας παγκοσμίως.

Κι αυτό διότι θα αφαιρεθεί ένα σημαντικό μέρος της προσφοράς πετρελαίου. Αν αυτό δεν συμβεί, θα σημαίνει ότι ο λεγόμενος και σκιώδης στόλος, δηλαδή δεξαμενόπλοια τα οποία λειτουργούν για λογαριασμό της Ρωσίας, θα έχει καταφέρει να καλύψει το κενό της μεταφορικής δυναμικότητας που θα προκαλέσει η υιοθέτηση των ευρωπαϊκών προτάσεων.

Ο προβληματισμός για το κόστος που θα έχει στις τιμές της ενέργειας διεθνώς διατυπώνεται τόσο από ευρωπαϊκά κράτη όσο και από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οπως και για το ότι μεγάλοι κερδισμένοι αυτής της υπόθεσης μπορεί να αποδειχθούν η Ινδία και η Κίνα εις βάρος της Ευρώπης, αλλά και των ΗΠΑ.

Η στάση της Αθήνας

Επιπλέον τίθεται θέμα ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής ναυτιλίας, ζήτημα το οποίο απασχολεί αυτονόητα τόσο την Αθήνα και τη Μάλτα όσο και την Κύπρο που έχει και την προεδρία. Ελλάδα και Μάλτα εξέφρασαν επιφυλάξεις και ζήτησαν διευκρινίσεις. Η Ελλάδα και άλλες χώρες ζητούν διευκρινίσεις από την Ε.Ε. και σχετικά με πιθανές κυρώσεις σε λιμάνια που συνδέονται με τη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου.

Και μαζί με τη Μάλτα ζήτησαν λεπτομέρειες για τις προτάσεις που αφορούν αυστηρότερους ελέγχους στις πωλήσεις πλοίων. Εάν υιοθετηθούν οι αλλαγές, οι ευρωπαϊκές εταιρείες ενδέχεται να απαγορεύεται πλήρως να παρέχουν βασικές ασφαλιστικές και ναυτιλιακές υπηρεσίες για το ρωσικό πετρέλαιο, ανεξαρτήτως τιμής.

Το θέμα ήρθε δυναμικά στο προσκήνιο έπειτα από τρία χρόνια, όταν την προηγούμενη εβδομάδα η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε τις λεπτομέρειες του 20ού «πακέτου» κατά της Ρωσίας. Το νέο «πακέτο» διακρίνεται για την τεχνική του πολυπλοκότητα, σύμφωνα με όσα αναφέρουν τόσο νομικές όσο και ναυλομεσιτικές πηγές και ασφαλιστικές εταιρείες.

Η Πάουλα Πίνιο, εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για θέματα ενέργειας, διευκρίνισε τη λογική πίσω από αυτή την κίνηση: «Μέχρι τώρα, με το πλαφόν, οι εξαγωγές πετρελαίου συνεχίζονταν. Με αυτή την απαγόρευση οποιαδήποτε εξαγωγή καθίσταται εκθετικά πιο δύσκολη».

Το ρίσκο

Οικονομικοί αναλυτές, ωστόσο, προειδοποιούν για τις παρενέργειες. Σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου Bruegel, την οποία επικαλείται και η έγκυρη διεθνής ναυτιλιακή επιθεώρηση Trade Winds, η πλήρης αποκοπή του ρωσικού πετρελαίου εγκυμονεί τον κίνδυνο σοβαρής διαταραχής στην παγκόσμια προσφορά.

Οπως επισημαίνει ο αναλυτής του, Μακ Γουίλιαμς, η Ευρώπη είχε πιέσει για πλήρη απαγόρευση ήδη από το 2022, αλλά οι συνθήκες τότε δεν το επέτρεπαν λόγω των «σφικτών» ενεργειακών αγορών. Σήμερα η επανάκαμψη αυτής της στρατηγικής δημιουργεί φόβους για νέα άνοδο των τιμών ενέργειας, που θα μπορούσε να πλήξει την ευρωπαϊκή βιομηχανία.

Την ίδια ώρα, όπως αναφέρει το Export Practitioner και επιβεβαιώνουν πηγές από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι ΗΠΑ τηρούν μια μάλλον διστακτική στάση, αποφεύγοντας να υιοθετήσουν πλήρως την επιθετική γραμμή των Βρυξελλών. Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να μοιράζεται τις ανησυχίες για ενδεχόμενες επιπτώσεις στον πληθωρισμό και να προτιμά τη διατήρηση της ροής του ρωσικού πετρελαίου με περιορισμούς, για να συγκρατηθούν οι τιμές.

Αυτή η διαφορά προσέγγισης, όπως σημειώνουν αναλυτές του Visegrad Insight, υπονομεύει εν μέρει την ενότητα του μετώπου G7 και αφήνει την Ευρώπη να επωμιστεί το μεγαλύτερο οικονομικό ρίσκο της νέας δέσμης μέτρων.

Διαβάστε ακόμη: