Η έκθεση της UniCredit έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Next Generation EU (NGEU) εισέρχεται στην τελευταία και πιο απαιτητική φάση υλοποίησής του. Όπως επισημαίνει ο επενδυτικός οίκος, οι εκταμιεύσεις προς τα κράτη-μέλη έχουν επιταχυνθεί τους τελευταίους μήνες, ωστόσο η μετατροπή των χρημάτων αυτών σε πραγματικές επενδύσεις και ολοκληρωμένα έργα εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση.
Η Ελλάδα κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η UniCredit, μέχρι τις αρχές Μαΐου είχαν εκταμιευθεί περίπου 400 δισ. ευρώ από το συνολικό πακέτο των 577 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης, δηλαδή περίπου το 70% των διαθέσιμων πόρων.
Ωστόσο, η πραγματική αξιοποίηση των κονδυλίων παραμένει χαμηλότερη.
Κατά μέσο όρο, οι χώρες της Ευρωζώνης έχουν δαπανήσει περίπου το 60% των πόρων που έχουν λάβει. Η Ελλάδα βρίσκεται αισθητά χαμηλότερα, έχοντας αξιοποιήσει μόλις το 40% των διαθέσιμων κεφαλαίων.
Η εικόνα αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με άλλες χώρες. Η Γαλλία, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, έχει ήδη αξιοποιήσει σχεδόν το σύνολο των πόρων που έχει λάβει, ενώ αρκετά κράτη-μέλη έχουν ξεπεράσει το όριο των δύο τρίτων της απορρόφησης.
Η κρίσιμη προθεσμία του Αυγούστου
Η UniCredit υπενθυμίζει ότι οι κυβερνήσεις έχουν μπροστά τους ένα εξαιρετικά περιορισμένο χρονικό παράθυρο.
Έως τις 31 Αυγούστου 2026 θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί όλα τα ορόσημα και οι στόχοι που συνδέονται με τα εθνικά σχέδια ανάκαμψης. Μέτρα ή παρεμβάσεις που θα υλοποιηθούν μετά την ημερομηνία αυτή δεν θα ληφθούν υπόψη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά την αξιολόγηση των τελικών αιτημάτων εκταμίευσης.
Τα τελευταία αιτήματα πληρωμών θα πρέπει να υποβληθούν μέχρι το τέλος του τρίτου τριμήνου, ενώ οι τελικές εκταμιεύσεις αναμένεται να ολοκληρωθούν έως το τέλος του έτους, οπότε και λήγει επισήμως το πρόγραμμα Next Generation EU.
Γιατί καθυστερούν οι επενδύσεις
Η έκθεση αποδίδει τις καθυστερήσεις σε έναν συνδυασμό ευρωπαϊκών και εθνικών παραγόντων.
Αρχικά, η ίδια η δομή του Ταμείου Ανάκαμψης αποδείχθηκε εξαιρετικά σύνθετη. Οι χώρες χρειάστηκε να αναθεωρήσουν πολλές φορές τα σχέδιά τους προκειμένου να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και να μεγιστοποιήσουν την απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων.
Παράλληλα, η ενεργειακή κρίση του 2022 αύξησε σημαντικά το κόστος των έργων, προκάλεσε προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και υποχρέωσε πολλές κυβερνήσεις να ανακατευθύνουν πόρους και πολιτική προσοχή σε πιο επείγουσες ανάγκες.
Η UniCredit επισημαίνει επίσης ότι σε αρκετές χώρες, μεταξύ αυτών και στην Ελλάδα, εξακολουθούν να υπάρχουν διοικητικές δυσκολίες, καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις και περιορισμοί στην κρατική διαχειριστική ικανότητα, οι οποίοι επηρεάζουν την ταχύτητα υλοποίησης των έργων.
Η επόμενη μέρα για την ελληνική οικονομία
Παρά τις επισημάνσεις της, η UniCredit εξακολουθεί να θεωρεί το Ταμείο Ανάκαμψης βασικό παράγοντα στήριξης της ευρωπαϊκής και της ελληνικής οικονομίας.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η επιτάχυνση των επενδύσεων κατά τους επόμενους μήνες θα είναι καθοριστική όχι μόνο για την απορρόφηση των πόρων, αλλά και για την ενίσχυση της ανάπτυξης σε μια περίοδο αυξημένων διεθνών αβεβαιοτήτων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις επενδύσεις που συνδέονται με τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την πράσινη μετάβαση, τις μεταφορές, τις ενεργειακές υποδομές και την ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Το μεγάλο στοίχημα μετά το 2026
Η UniCredit υπογραμμίζει ότι η πραγματική αποτίμηση της επιτυχίας του Ταμείου Ανάκαμψης δεν θα γίνει με βάση μόνο το ύψος των εκταμιεύσεων ή των δαπανών.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο οι επενδύσεις αυτές θα μεταφραστούν σε διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας, ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και ουσιαστικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Αυτό, όπως σημειώνει ο οίκος, θα φανεί σταδιακά τα επόμενα χρόνια, μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος. Μέχρι τότε, η Ελλάδα καλείται να επιταχύνει σημαντικά τους ρυθμούς υλοποίησης ώστε να αξιοποιήσει πλήρως μία από τις μεγαλύτερες αναπτυξιακές ευκαιρίες της τελευταίας δεκαετίας.