Επτά μήνες μετά την έναρξη του πολέμου με τις ΗΠΑ, η πίεση στην Τεχεράνη εντείνεται σε πολλαπλά μέτωπα, καθώς η ιρανική οικονομία δοκιμάζεται, ο αμερικανικός αποκλεισμός περιορίζει δραστικά τις εξαγωγές πετρελαίου και η Ουάσιγκτον ενισχύει περαιτέρω τη στρατιωτική παρουσία της στην περιοχή.
Ο πληθωρισμός στο Ιράν πλησιάζει το 90%, το ριάλ υποχωρεί και οι εξαγωγές αργού έχουν δεχθεί ισχυρό πλήγμα. Την ίδια ώρα, οι πετρελαϊκές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ ανακάμπτουν παρά τις συνεχιζόμενες επιθέσεις σε πλοία, περιορίζοντας ένα από τα βασικότερα μέσα πίεσης που διαθέτει η Τεχεράνη.
Στο στρατιωτικό μέτωπο, ο Ντόναλντ Τραμπ ενισχύει τις αμερικανικές δυνάμεις, με το αεροπλανοφόρο USS Theodore Roosevelt να κατευθύνεται προς τη Μέση Ανατολή και χιλιάδες επιπλέον ναύτες και πεζοναύτες να αναμένεται να αναπτυχθούν στην περιοχή. Η συγκέντρωση αυτή διευρύνει τις στρατιωτικές επιλογές που έχει στη διάθεσή της η Ουάσιγκτον εάν αποφασίσει νέα κλιμάκωση.
Το δίλημμα της Τεχεράνης
Ο συνδυασμός οικονομικής και στρατιωτικής πίεσης φέρνει την ιρανική ηγεσία αντιμέτωπη με δύο βασικές επιλογές: παραχωρήσεις που θα μπορούσαν να επανεκκινήσουν τις ειρηνευτικές συνομιλίες ή περαιτέρω κλιμάκωση της σύγκρουσης.
Υπάρχουν ήδη ορισμένες ενδείξεις διπλωματικής κινητικότητας. Το Ιράν έχει προτείνει επταήμερη εκεχειρία, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί φέρεται να έχει προτείνει την αποκατάσταση της πρόσβασης επιθεωρητών του ΟΗΕ στις πυρηνικές εγκαταστάσεις με αντάλλαγμα χαλάρωση των κυρώσεων.
«Όλοι έχουν ένα σημείο θραύσης και το Ιράν δεν αποτελεί εξαίρεση», επισημαίνει ο Μπάντερ αλ Σαΐφ, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Κουβέιτ. Όπως σημειώνει, ωστόσο, η ίδια πίεση μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετες αντιδράσεις: είτε σε παραχωρήσεις είτε σε προληπτική στρατιωτική ενέργεια.
Ιρανός αξιωματούχος ανέφερε ότι η οικονομική κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη, αλλά η χώρα προσαρμόζεται και προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο νέας αμερικανικής εκστρατείας βομβαρδισμών, πιθανώς μεγαλύτερης κλίμακας από τις προηγούμενες.
Αποδυναμώνεται το «χαρτί» των Στενών του Ορμούζ
Ένα από τα σημαντικότερα όπλα της Τεχεράνης από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου ήταν η δυνατότητά της να περιορίζει ουσιαστικά τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους παγκοσμίως.
Η διαταραχή των μεταφορών εκτόξευσε τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, τροφοδότησε τον παγκόσμιο πληθωρισμό και αύξησε το πολιτικό κόστος για τον Τραμπ στις ΗΠΑ.
Πλέον, όμως, υπάρχουν ενδείξεις ότι η δυνατότητα του Ιράν να περιορίζει τις εξαγωγές των αραβικών κρατών του Κόλπου εξασθενεί.
Οι εξαγωγές αργού της Σαουδικής Αραβίας αυξήθηκαν σε περίπου 6,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως τον Σεπτέμβριο, από 3,4 εκατ. τον Αύγουστο. Παράλληλα, η JPMorgan εκτιμά ότι οι αποστολές αργού από τη Μέση Ανατολή έχουν ανακάμψει στα 17,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως, φθάνοντας περίπου στο 98% των προπολεμικών επιπέδων.
Παραμένει πάντως ανοιχτή η συζήτηση για το πόσο ισχυρό έλεγχο εξακολουθεί να ασκεί η Τεχεράνη στη θαλάσσια δίοδο. Αξιωματούχοι της άμυνας στην περιοχή θεωρούν ότι το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική δυνατότητα παρέμβασης, ενώ στελέχη του ενεργειακού κλάδου εκτιμούν ότι η επιρροή του περιορίζεται.
Ο αμερικανικός αποκλεισμός πλήττει το πετρέλαιο
Παράλληλα, η κατάσταση στο εσωτερικό του Ιράν επιδεινώνεται. Ο υψηλός πληθωρισμός διαβρώνει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, ενώ το ριάλ έχει χάσει περίπου το 25% της αξίας του έναντι του δολαρίου μέσα σε δύο μήνες.
Τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με προκαταρκτικές εκτιμήσεις του Bloomberg, το Ιράν δεν φόρτωσε αργό σε δεξαμενόπλοια, για πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου. Η εξέλιξη καταδεικνύει την αυξανόμενη αποτελεσματικότητα του αμερικανικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών.
Η χώρα εξακολουθεί να τροφοδοτεί ορισμένα κινεζικά διυλιστήρια από αποθέματα πετρελαίου που είχαν μεταφερθεί νωρίτερα στην Ασία. Τα αποθέματα αυτά, ωστόσο, μπορεί να αρχίσουν να εξαντλούνται, περιορίζοντας περαιτέρω μία από τις σημαντικότερες πηγές εσόδων της κυβέρνησης.
Η Τεχεράνη επιχειρεί να διοχετεύσει περισσότερο εμπόριο μέσω των χερσαίων συνόρων και της Κασπίας Θάλασσας, όμως οι εναλλακτικές αυτές διαδρομές δεν μπορούν να αντισταθμίσουν πλήρως τις απώλειες.
Νέες κυρώσεις από την Ουάσιγκτον
Οι ΗΠΑ διευρύνουν ταυτόχρονα την οικονομική πίεση. Την 1η Οκτωβρίου επέβαλαν κυρώσεις στις μεγαλύτερες αυτοκινητοβιομηχανίες του Ιράν και σε αρκετές σιδηροδρομικές εταιρείες.
Προηγούμενα μέτρα κατά του αεροπορικού κλάδου έχουν επίσης αρχίσει να γίνονται αισθητά. Οι ιρανικές πτήσεις προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανεστάλησαν στα τέλη Σεπτεμβρίου, ενώ προβλήματα έχουν παρουσιαστεί και στις συνδέσεις με το Ιράκ, την Τουρκία και το Ομάν.
Η οικονομική επιβάρυνση αποτελεί ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα για την κυβέρνηση, καθώς ο πόλεμος ξέσπασε λίγες εβδομάδες μετά τις μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις που είχαν πυροδοτηθεί από την ακρίβεια και την κατάρρευση του νομίσματος.
Τον Σεπτέμβριο οι αρχές περιόρισαν μέρος των επιδοτήσεων στη βενζίνη, ενώ αυτή την εβδομάδα ο δήμος της Τεχεράνης «πάγωσε» για έξι μήνες τις τιμές 12 βασικών ειδών διατροφής στο δίκτυο δημοτικών αγορών.
Ο Τραμπ ενισχύει τη στρατιωτική πίεση
Την ίδια ώρα, η Ουάσιγκτον αυξάνει τη στρατιωτική παρουσία της. Ο Τραμπ δήλωσε ότι ισχυρότερα πλήγματα κατά του Ιράν είναι «πιθανά» μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, ενώ το Πεντάγωνο στέλνει το USS Theodore Roosevelt και πρόσθετες δυνάμεις προς τη Μέση Ανατολή.
Με την άφιξη του αεροπλανοφόρου, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να διαθέτουν έως τρεις ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων στην ευρύτερη περιοχή, αν και παραμένει ασαφές εάν κάποιο από τα ήδη ανεπτυγμένα αεροπλανοφόρα θα αποχωρήσει.
Παράλληλα, η αμερικανική πλευρά αντιμετωπίζει τις δικές της πιέσεις. Το πετρέλαιο κινείται γύρω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και οι υψηλές τιμές των καυσίμων επιβαρύνουν τους Αμερικανούς καταναλωτές ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Από την πλευρά της, η ιρανική ηγεσία ενδέχεται να θεωρεί ότι μπορεί να αντέξει την οικονομική πίεση περισσότερο από όσο οι ΗΠΑ μπορούν να διατηρήσουν τη σημερινή στρατιωτική κινητοποίηση. Το αποτέλεσμα είναι ένα εύθραυστο αδιέξοδο, με τις δύο πλευρές να διατηρούν ανοικτό τόσο τον δρόμο της διαπραγμάτευσης όσο και εκείνον μιας νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Διαβάστε ακόμη:
- Στη Βουλή τρεις νέες αμυντικές συμφωνίες: Συνεργασία με Ιταλία, Γερμανία–Ολλανδία και Σερβία
- Flydubai: Στο μικροσκόπιο το παρελθόν του συγκυβερνήτη – Αναρτήσεις με Αλ Κάιντα και παλαιότερες ανησυχίες για εξτρεμισμό
- Εφορία: Πώς «κουρεύονται» έως 50% τα πρόστιμα – Τα 4+1 παράθυρα για να κλείσει μια φορολογική υπόθεση
- Sotheby’s: Δημοπρασία με σπάνιο πίνακα του Βαν Γκογκ και τίμημα άνω των 450 εκατ. δολαρίων
