Στις ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες τα data centers αποτελούσαν σχεδόν αόρατο τμήμα της ψηφιακής υποδομής της χώρας.
Φιλοξενούν από υπηρεσίες cloud μέχρι τις πλατφόρμες streaming που χρησιμοποιούν καθημερινά εκατομμύρια άνθρωποι ενώ χτίζονταν κοντά σε δίκτυα οπτικών ινών και σε πηγές ηλεκτρικής ενέργειας.
Ωστόσο η κλίμακα του φαινομένου αλλάζει ριζικά από την εμφάνιση του ChatGPT και της κούρσας για την κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη.
Οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας άρχισαν να αναζητούν με ταχύτητα τεράστιες εκτάσεις, φθηνή ηλεκτρική ενέργεια και επαρκείς υδάτινους πόρους για τη δημιουργία γιγαντιαίων εγκαταστάσεων. Και μαζί με την επέκταση των data centers εμφανίστηκε στις τοπικές κοινωνίες ένα κύμα αντίδρασης που σήμερα ξεπερνά τις παραδοσιακές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές.
Ρεπορτάζ του Wired από την Τζόρτζια επιχειρεί να χαρτογραφήσει ένα από τα πιο ασυνήθιστα πολιτικά φαινόμενα που έχει προκαλέσει η έκρηξη της AI στις Ηνωμένες Πολιτείες: περιβαλλοντιστές, Δημοκρατικοί τοπικοί ακτιβιστές, συντηρητικοί ψηφοφόροι και στελέχη του MAGA μπορεί να διαφωνούν σχεδόν σε όλα, όμως σε αρκετές περιοχές βρίσκονται στην ίδια πλευρά απέναντι στην κατασκευή νέων data centers.
Από το ChatGPT στην έκρηξη των data centers
Η καμπή ήρθε με την επιτάχυνση της κούρσας για την τεχνητή νοημοσύνη. Η εκπαίδευση και λειτουργία των νέων μοντέλων απαιτεί τεράστια υπολογιστική ισχύ, με τις εταιρείες τεχνολογίας να υποστηρίζουν ότι χρειάζεται ταχεία και μαζική κατασκευή νέων εγκαταστάσεων.
Η κυβέρνηση Τραμπ τάχθηκε υπέρ αυτής της επιτάχυνσης, περιορίζοντας περιβαλλοντικά εμπόδια προκειμένου να διευκολύνει τις επενδύσεις. Την ίδια στιγμή, όμως, στις τοπικές κοινωνίες άρχισαν να εμφανίζονται ανησυχίες για την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και νερού, τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και τις πιθανές αυξήσεις στους λογαριασμούς ρεύματος.
Η αντίδραση πήρε γρήγορα πολιτικές διαστάσεις. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Gallup που επικαλείται το δημοσίευμα, το 70% των Αμερικανών δηλώνει ότι θα ήταν σε κάποιο ή μεγάλο βαθμό αντίθετο στην κατασκευή data center στην περιοχή του.
Παράλληλα, προτάσεις για προσωρινό «πάγωμα» νέων εγκαταστάσεων έχουν εμφανιστεί σε τουλάχιστον δώδεκα Πολιτείες, ενώ πόλεις και κομητείες έχουν επιβάλει δικούς τους περιορισμούς. Αντιδράσεις καταγράφονται ακόμη και σε βαθιά συντηρητικές περιοχές, όπως στο Τέξας, ενώ διαδηλωτές έχουν απομακρυνθεί ή συλληφθεί κατά τη διάρκεια δημόσιων συνεδριάσεων σε Πολιτείες όπως το Νιου Τζέρσεϊ, η Καλιφόρνια, το Ουισκόνσιν και η Ιντιάνα.
Σάλος στις ΗΠΑ για τα data centers, απρόσμενη συμμαχία δεξιάς και αριστεράς ενάντια στις τεράστιες εγκαταστάσεις
Το MAGA ανακαλύπτει έναν νέο εχθρό
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία είναι ότι η πολιτική δεξιά εντόπισε σχετικά νωρίς τη δυσαρέσκεια.
Η Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν και ο Τόμας Μάσι ήταν μεταξύ των πρώτων πολιτικών σε εθνικό επίπεδο που εξέφρασαν ανοιχτά ανησυχίες για την ανάπτυξη data centers, ιδιαίτερα σε σχέση με το ενδεχόμενο απαλλοτριώσεων ιδιωτικής περιουσίας για την κατασκευή των απαραίτητων ενεργειακών υποδομών.
Ο Στιβ Μπάνον έκανε ακόμη μεγαλύτερο βήμα. Μέσω της εκπομπής War Room άρχισε να συνδέει συστηματικά τα data centers με τη γενικότερη αντιπαράθεση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ στα τέλη του 2025 μια συμμαχία στελεχών του MAGA, στην οποία πρωταγωνιστούσε ο ίδιος, συνέβαλε στην αποτροπή μιας νέας προσπάθειας περιορισμού των πολιτειακών ρυθμίσεων για την AI.
Κεντρικό πρόσωπο σε αυτή την προσπάθεια ήταν ο Τζο Άλεν, ο οποίος έγινε γνωστός μέσα από το War Room ως μία από τις πλέον ακραίες φωνές κατά της τεχνολογικής εξέλιξης και της τεχνητής νοημοσύνης.
Ο Άλεν, πρώην τεχνικός σε περιοδείες συγκροτημάτων και καλλιτεχνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη θεολογία, μπήκε στον κύκλο του Μπάνον μετά την πανδημία και εξελίχθηκε σε έναν ιδιότυπο «προφήτη» της αντιτεχνολογικής δεξιάς. Στις δημόσιες εμφανίσεις του συνδυάζει τον πολιτικό λαϊκισμό με δυστοπικές προβλέψεις για έναν κόσμο στον οποίο η AI και τα ρομπότ θα υποκαταστήσουν σταδιακά τον άνθρωπο.
STOP THE AI INVASION — Steve Bannon’s War Room Confronts AI Doom with Joe Allen and Liron Shapira
«Humans First» και ο φόβος ότι ο άνθρωπος θα γίνει περιττός
Το 2025 το Center for AI Safety επιστράτευσε τον Άλεν ως σύμβουλο σε μια διακομματική πρωτοβουλία για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, με το σύνθημα «Humans First».
Η λογική της πρωτοβουλίας ήταν να μεταφέρει τη συζήτηση για τους κινδύνους της AI έξω από τον στενό κύκλο ερευνητών και τεχνολόγων και να κινητοποιήσει απλούς πολίτες ώστε να απαιτήσουν πολιτικούς περιορισμούς και δικλίδες ασφαλείας.
Στις ομιλίες του ο Άλεν χρησιμοποιεί εξαιρετικά φορτισμένη γλώσσα, παρουσιάζοντας την τεχνητή νοημοσύνη ως δυνητική απειλή για την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση. «Ακόμη και αν δημιουργούσαν μηχανές πιο έξυπνες από εσένα, ακόμη και αν δημιουργούσαν μηχανές πιο ισχυρές από εσένα, θα έπρεπε να συνεχίσεις να μάχεσαι», είπε σε εκδήλωση στην Τζόρτζια, καταλήγοντας στο σύνθημα ότι σε μια «εποχή των μηχανών» πρέπει να προηγούνται οι άνθρωποι.
Η ρητορική του φτάνει συχνά στα όρια της συνωμοσιολογίας. Έχει παρομοιάσει τα data centers με «νευρώνες του Αντίχριστου», ενώ στο βιβλίο του Dark Aeon: Transhumanism and the War Against Humanity περιγράφει την τεχνολογία ως μέρος μιας πολύ ευρύτερης απειλής για την ανθρώπινη αυτονομία.
Όταν οι περιβαλλοντιστές συναντούν τη δεξιά
Παρά την ακραία ρητορική ορισμένων προσώπων, μεγάλο μέρος της αντίδρασης στα data centers ξεκινά από πολύ πιο συγκεκριμένες ανησυχίες.
Στην κομητεία Τρουπ της Τζόρτζια, για παράδειγμα, ο περιβαλλοντικός ακτιβιστής Γκέιτζ Μπέιλι άρχισε να ερευνά ένα σχεδιαζόμενο data center όταν διαπίστωσε ότι υπήρχαν ελάχιστες δημόσιες πληροφορίες σχετικά με το πόσο ηλεκτρικό ρεύμα ή νερό θα κατανάλωνε. Συγκέντρωσε στοιχεία, υπέβαλε αιτήματα πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα και τελικά δημιούργησε ομάδα στο Facebook με χιλιάδες μέλη.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτών των κινημάτων είναι ότι συχνά η πολιτική ταυτότητα περνά σε δεύτερη μοίρα. Δημοκρατικοί, Ρεπουμπλικανοί, περιβαλλοντιστές και συντηρητικοί κάτοικοι εμφανίζονται μαζί σε τοπικές κινητοποιήσεις, με κοινό αίτημα να έχουν μεγαλύτερο λόγο στις αποφάσεις για τις εγκαταστάσεις.
Η έκταση της κινητοποίησης είναι εντυπωσιακή. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το Wired, τα μέλη αμερικανικών ομάδων στο Facebook που αντιτίθενται στα data centers αυξήθηκαν από λιγότερα από 100.000 τον Δεκέμβριο σε περισσότερα από 500.000 μέχρι τον Ιούλιο.
Το κοινό σημείο δεν είναι πάντοτε μόνο το περιβάλλον. Πολλοί από όσους αντιτίθενται στις εγκαταστάσεις εμφανίζονται ταυτόχρονα δύσπιστοι απέναντι στην ίδια την τεχνητή νοημοσύνη. Έτσι, ο φόβος για αυξημένους λογαριασμούς ηλεκτρικού, την κατανάλωση νερού ή την αλλαγή του τοπίου συναντά τον φόβο για απώλεια θέσεων εργασίας, μαζική επιτήρηση και υπερβολική ισχύ των μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας.
Η σκιά του Unabomber στη σύγχρονη αντιτεχνολογική συζήτηση
Το δημοσίευμα καταγράφει και μια πολύ πιο σκοτεινή πτυχή της αντιτεχνολογικής κουλτούρας: την επανεμφάνιση αναφορών στον Τεντ Καζίνσκι, τον Unabomber.
Ο Άλεν έχει αναφέρει ότι η γνωριμία του με το μανιφέστο του Καζίνσκι στα τέλη της δεκαετίας του 1990 αποτέλεσε καθοριστική στιγμή στη διαμόρφωση της σκέψης του. Το Wired επισημαίνει ωστόσο ρητά ότι ο Καζίνσκι, ο οποίος πραγματοποίησε βομβιστικές επιθέσεις με θύματα, δεν αποτελεί πρόσωπο προς μίμηση. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο γεγονός ότι ορισμένες από τις επικρίσεις του για τη σχέση τεχνολογίας και ανθρώπινης αυτονομίας έχουν επανέλθει στη δημόσια συζήτηση, ακόμη και έξω από τους ακραίους πολιτικούς χώρους.
Η αντίθεση στην ανεξέλεγκτη τεχνολογική ανάπτυξη δεν αποτελεί, άλλωστε, αποκλειστικά δεξιό φαινόμενο. Ερευνητές όπως η Τίμνιτ Γκέμπρου και ο Εμίλ Τόρες προσεγγίζουν την AI από την αριστερά, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξή της μπορεί να ενισχύσει υφιστάμενες ανισότητες και την εξουσία των ήδη ισχυρών. Παράλληλα, η κριτική αποκτά και θρησκευτικές διαστάσεις, με τη δημόσια συζήτηση να περιστρέφεται ολοένα περισσότερο γύρω από την ανάγκη η τεχνολογία να παραμένει στην υπηρεσία του ανθρώπου.
Η αντίδραση περνά πλέον στην κεντρική πολιτική
Η υπόθεση των data centers δεν περιορίζεται πια σε τοπικές διαμαρτυρίες. Το τελευταίο διάστημα προσωπικότητες της αμερικανικής δεξιάς, όπως ο Τάκερ Κάρλσον και ο Ματ Γουόλς, έχουν δημοσιεύσει βίντεο αμφισβητώντας συγκεκριμένα projects.
Η Νάνσι Μέις, υποψήφια για κυβερνήτης της Νότιας Καρολίνας, έχει ταχθεί υπέρ μορατόριουμ ενός έτους, ενώ ο κυβερνήτης της Φλόριντα Ρον ΝτεΣάντις υπέγραψε νομοθεσία που, μεταξύ άλλων, διασφαλίζει τη δυνατότητα των τοπικών αρχών να απορρίπτουν την ανάπτυξη data centers στις περιοχές τους.
Ακόμη και το ίδιο το κίνημα «Humans First» δεν έμεινε ανεπηρέαστο από την πολιτική πόλωση. Μετά από δημόσια σύγκρουση με πρόσωπα της φιλο-AI πτέρυγας που βρίσκονται κοντά στον Λευκό Οίκο, η οργάνωση διασπάστηκε σε κομματικές γραμμές. Το συντηρητικό τμήμα κράτησε το όνομα, ενώ ο Τζο Άλεν αποχώρησε.
Το «Data Center Alley» δείχνει την κλίμακα της αλλαγής
Το πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα βρίσκεται στη Βόρεια Βιρτζίνια, στο αποκαλούμενο «Data Center Alley», τη μεγαλύτερη συγκέντρωση data centers στον κόσμο.
Το Wired περιγράφει μια περιοχή όπου τα τεράστια κτίρια διαδέχονται το ένα το άλλο, νέα εργοτάξια εμφανίζονται παντού και ο συνεχής θόρυβος από τις εγκαταστάσεις γίνεται αισθητός ακόμη και στις γύρω κατοικημένες περιοχές. Η κλίμακα της κατασκευής δείχνει πόσο γρήγορα η ψηφιακή οικονομία μετατρέπεται σε πραγματική, φυσική υποδομή μέσα στις πόλεις και τα προάστια.
Μήνες αργότερα, η «Humans First» σχεδίαζε εθνική ημέρα κινητοποιήσεων κατά των data centers με δράσεις σε σχεδόν 150 κομητείες και 42 Πολιτείες, μια ένδειξη ότι η αντίδραση έχει πλέον ξεπεράσει κατά πολύ τις μεμονωμένες τοπικές διαμαρτυρίες.
Το ερώτημα που αναδύεται πλέον στις ΗΠΑ δεν είναι απλώς πόσα data centers χρειάζεται η επανάσταση της AI. Είναι ποιος θα αποφασίζει πού θα κατασκευάζονται, ποιος θα πληρώνει το ενεργειακό και περιβαλλοντικό κόστος τους και μέχρι ποιο σημείο οι κοινωνίες είναι διατεθειμένες να παραχωρήσουν χώρο και πόρους σε μια τεχνολογία την οποία πολλοί πολίτες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με βαθιά καχυποψία.
Σε μια χώρα όπου σχεδόν κάθε μεγάλο πολιτικό ζήτημα καταλήγει να χωρίζει Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς, τα data centers φαίνεται προς το παρόν να πετυχαίνουν κάτι ασυνήθιστο: να δημιουργούν αντιπάλους της ίδιας επένδυσης στις δύο άκρες του πολιτικού φάσματος.
